του Bi Gan
(κριτική: Δημήτρης Μπάμπας)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2627_resurrection.jpeg

“Σε μια ταραχώδη και σκληρή εποχή, οι άνθρωποι ανακάλυψαν ότι το μυστικό της αιώνιας ζωής βρίσκεται στην απουσία των ονείρων!
Οι άνθρωποι που δεν ονειρεύονται, είναι σαν κεριά που δεν καίγονται και μπορούν να παραμείνουν ακέραιοι για πάντα!”
(εισαγωγικός μεσότιτλος της ταινίας )

Μια νεαρή γυναίκα που περιπλανιέται μέσα στα σκηνικά μιας ταινίας του βωβού κινηματογράφου. Σκηνικά γνώριμα για όποιον έχει βυθιστεί έστω και για λίγο στις σαγήνες των απαρχών του σινεμά: το φεγγάρι από τις ταινίες του Georges Méliès, αλλά και σκηνικά παραμορφωμένα από μια ταινία του γερμανικού εξπρεσιονισμού, σκιές και φως. Ένας Κινέζος ντετέκτιβ, που μοιάζει να έχει βγει και μέσα από τις εικόνες του αμερικάνικου φιλμ νουάρ, διερευνά μια δολοφονία. Το έργο 478 του Johann Sebastian Bach το γνωστό θρησκευτικό τραγούδι και άρια "Komm, süßer Tod, komm selge Ruh" (Έλα, γλυκέ θάνατε, έλα, μακάρια ανάπαυση). Ένα παράξενο μουσικό όργανο, η θερεμίνι. Μια ομάδα που επισκέπτεται έναν εγκαταλειμμένο και καλυμμένο από χιόνι βουδιστικό ναό. Ένα μέλος της ομάδας που διανυκτερεύει σε αυτόν, που υποφέρει από ένα δυνατό πονόδοντο. Έχει μια παράξενη συντροφιά: ένα φάντασμα….

Πολύτιμο κινηματογραφικό αντικείμενο, ένας φόρος τιμής στην ιστορία του κινηματογράφου, μια ερωτική επιστολή στην τέχνη που στοιχειώνει τα όνειρά μας, ένας φιλοσοφικός στοχασμός πάνω στην ίδια τη φύση της κινηματογραφικής τέχνης και εμπειρίας, μια κινηματογραφική δυστοπία αλλά και μια επικών διαστάσεων περιήγηση στην (κινηματογραφική) πραγματικότητα και τις ιστορίες της, η 3η ταινία του 36χρονου κινέζου δημιουργού είναι επιπλέον και δείγμα ενός κινηματογράφου φιλόδοξου και οραματικού, τόσο σπάνιου στη σημερινή εποχή.
Σπονδυλωτή στη δομή της, η αφήγηση συγκροτείται από έξι μέρη, που διαδραματίζονται σε διαφορετικές χρονικά εποχές, αλλά και σε διαφορετικές φάσεις του κινηματογράφου. Το πλαίσιο που διαδραματίζεται αυτό το ταξίδι μέσα στο χρόνο και στο σώμα του κινηματογράφου, είναι αυτό μιας δυστοπίας στο μετα-αποκαλυπτικό μέλλον -ο κινέζικος τίτλος 狂野时代 (Kuángyě Shídài) Άγρια Εποχή δηλώνει με σαφήνεια το ασταθές και το δύσκολο των καιρών. Σ’ αυτό μια νεαρή γυναίκα – τον ρόλο υποδύεται η γοητευτική Shu Qi, εμβληματικό πρόσωπο στο σινεμά του Hou Hsiao-hsien - καταδιώκει μέσα στον χρόνο έναν “ονειροπόλο” (κατά τον σκηνοθέτη “Φάντασμα”), έναν αντιφρονούντα που αμφισβητεί την καθεστηκυία τάξη, δηλαδή την διεκδίκηση της αθανασίας μέσα από την άρνηση του ονείρου, και επιμένει να ζει μέσα στο σύμπαν των ονείρων, δηλαδή στο σινεμά. Σε κάθε επεισόδιο χάνει μια μια τις αισθήσεις του - μια αναφορά στις 6 αισθητηριακές βάσεις του βουδισμού (Ṣaḍāyatana). 
Τα μέρη που συνθέτουν την ταινία είναι: ο πρόλογος που εκτυλίσσεται στο κόσμο του βωβού κινηματογράφου -η Όραση-, το αφιερωμένο στο film noir μέρος με ήρωα ένα ντετέκτιβ -η Ακοή-, το επεισόδιο της πολιτιστικής επανάστασης με τον ήρωα-κλέφτη που περνά τη νύχτα σ’ ένα εγκαταλελειμμένο βουδιστικό ναό -η Γεύση-, η εποχή της (καπιταλιστικής) αλλαγής, δηλαδή η δεκαετία του 80, με ήρωα έναν απατεώνα και ένα μικρό κορίτσι-η Όσφρηση-, το βράδυ της πρωτοχρονιά του 2000 και η είσοδος στη νέα χιλιετία με ήρωες ένα ζευγάρι -η Αφή- και τέλος την κατάληξη -ο Νους. [Το επεισόδιο της εισόδου στη νέα χιλιετία είναι γυρισμένο με ένα μονόπλανο – μια επίδειξη της σκηνοθετικής δεξιοτεχνίας του Bi Gan ήδη οικείας στον προσεκτικό θεατή από την πρώτη ταινία του σκηνοθέτη το Kaili Blues (2015). Σ’ αυτό το επεισόδιο η οπτική αλλάζει μέσα στο πλάνο από υποκειμενική πρωτοπρόσωπη αφήγηση- αντικειμενική τριτοπρόσωπη -δείγμα μιας αισθητικής τόλμης “παλιάς κοπής”.]
Οι κεντρικοί χαρακτήρες της κάθε ιστορίας, οι “ονειροπόλοι” -που υποδύεται ο σταρ της mandopop Jackson Yee - δεν είναι παρά ήρωες κινηματογραφικοί, ήρωες του σελιλόιντ, αλλά και πρόσωπα που αναδύονται μέσα από την κινέζικη πραγματικότητα και ζουν την ζωή τους με τρόπο ακραίο και κινηματογραφικό. Παράλληλα, κάθε επεισόδιο έχει και μια (ή περισσότερες) κινηματογραφική αναφορά: Γερμανικός εξπρεσιονισμός, Georges Méliès, F.W. Murnau, Orson Welles‎‎, Akira Kurosawa, το σινεμά του Χονγκ Κονγκ αλλά και οι αστικές περιπλανήσεις του Wong Kar-wai ή η οπτική του Jim Jarmusch στη βαμπιρική μυθολογία .

“Ό,τι έχει μορφή δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση”
(από τους διαλόγους της ταινίας)

Η ταινία με αυτά τα έξι μέρη της είναι ένα παραισθητικό ταξίδι, άλλοτε ονειρικό και άλλοτε εφιαλτικό, μέσα στο σώμα του κινηματογράφου, σε εικόνες αρχετυπικές και στους ήχους τους, αλλά και σε εικόνες νέες και σύγχρονες. Κάθε επεισόδιο και μια στάση σ’ ένα κόσμο, σ’ ένα τόπο. Σε κόσμους (κινηματογραφικούς) παλιούς προ πολλού χαμένους, αλλά και σε τόπους σύγχρονους. Μια περιήγηση στο παρελθόν του σινεμά, στις μυθολογίες του. Ένα παιχνίδι ψευδαισθήσεων και παραισθήσεων, οπτικών περιπλανήσεων και παραπλανήσεων. Παραληρηματικό και συνειρμικό ταυτόχρονα.
Η ποιητική λοιπόν της ταινίας είναι η ποιητική ενός ονείρου και αυτό συνιστά την αφηγηματική και δραματουργική εμπειρία που ο θεατής προσλαμβάνει. Και όπως όλοι ξέρουμε, στο όνειρο ο δημιουργός του είναι και ο θεατής του. Υποκείμενο και αντικείμενο του βλέμματος ταυτόχρονα. [Όπως συμβαίνει με το μονόπλανο στο επεισόδιο με τα βαμπίρ.]
Μια ονειρική κινηματογραφική ακροβασία ανάμεσα στα όρια πολλών κινηματογραφικών ειδών, που διασχίζει και διαπερνά διάφορα κινηματογραφικά είδη: από το πειραματικό σινεμά, στο σινεμά των κινηματογραφικών ειδών, και από εκεί στο σινεμά της κοινωνικής πραγματικότητας και το ρεαλισμό. Ένα σινεμά απόλυτο, μαγικό και συναρπαστικό, όπως το είχαν φανταστεί οι Πατέρες του κινηματογράφου...