του Lance Oppenheim 
(κριτική: Ζωή- Μυρτώ Ρηγοπούλου)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2627_primetime.jpg

Ερευνητικός δημοσιογράφος πριν με Έμμυ στην κατοχή του, ο Κρις Χάνσεν έχει γίνει το 2004 παρουσιαστής ενός δικής του έμπνευσης true crime σόου παγίδευσης με κρυφές κάμερες με τίτλο To catch a predator στο Dateline του NBC. Σ’ αυτό ξεμπροστιάζει τηλεοπτικά και οδηγεί στη σύλληψη άνδρες που η ομάδα του έχει εντοπίσει, συνομιλήσει διαδικτυακά και στείλει σε προκαθορισμένα μέρη για να κάνουν όπως νομίζουν σεξ με παιδιά έως 15 ετών. Συνεργάτες -«δολώματα» συμμετέχουν στις σκηνές του ξεμπροστιάσματος, όπως ο ηθοποιός Νταν Πλουμ που πρόσφατα προστέθηκε στην ομάδα κι έχει ήδη κερδίσει τη συμπάθεια του κοινού.  Η τεράστια επιτυχία της εκπομπής οδηγεί στην μετακίνησή της στη ζώνη υψηλής τηλεθέασης, εκεί, όμως, ο ανταγωνισμός είναι αμείλικτος κι η ακροαματικότητα αρχίζει λίγο να πέφτει. Ο Χάνσεν, αντιμετωπίζοντας ξαφνικά και δικά του προβλήματα που μπορεί να επηρεάσουν την καριέρα του, πρέπει οπωσδήποτε να βρει κάτι που θα κάνει πάταγο.   
Ταινία βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα παραλλαγμένα με τρόπο συζητήσιμο μια κι ο θεατής θα θεωρήσει ως αληθινά και πράγματα που δεν είναι, το Primetime του Λανς Όπενχαϊμ, καταγγείλει τις σκοτεινές προθέσεις της κοινωνίας του θεάματος, δεν κατορθώνει να βρει, όμως, ακριβή θέση, απόσταση κι εμβάθυνση. Περισώζεται όμως σε κάποιο βαθμό κυρίως χάρη σ’ έναν χολιγουντιανό σταρ και σ’ αυτές ακριβώς τις συμβάσεις που ήθελε  να απορρίψει. Πράγματι, ο Ρόμπερτ Πάτινσον δίνει ως Χάνσεν μια ερμηνεία οσκαρικών διαστάσεων κι η παρουσία του μπορεί να κάνει κάποιους θεατές να παραβλέψουν κάποιες απ’ τις σεναριακές και σκηνοθετικές επιλογές της ταινίας. Η βασικότερη -που κοστίζει στη θέαση πιο πολύ κι απ’ τα σεναριακά θολώματα της ιστορίας- είναι η αποφασιστικότητα του σκηνοθέτη, να μην αφήσει δράμι χώρο στο θεατή να γοητευτεί οπτικά απ’ την ταινία προκειμένου να μην γοητευτεί διόλου κι απ’ τους πρωταγωνιστές και τις πράξεις τους. Ο Όπενχαϊμ που κάνει εδώ το ντεμπούτο του απ’ το ντοκιμαντέρ στη μυθοπλασία, διακρίνεται για το φορμαλισμό του τον οποίο έχει θέσει εδώ στην υπηρεσία του να αποδώσει πολύ πειστικά, κάπου ανάμεσα στο ρεαλισμό και τον ηθικό εφιάλτη, το τρομακτικό κλίμα έλλειψης ηθικής που διέπει την γκυντεμπορική κοινωνία του θεάματος. Τα συνεχόμενα πολύ κοντινά πλάνα, σε συνδυασμό με τα χρώματα και τις γωνίες λήψεις γίνονται τα βασικά του όπλα δημιουργώντας μια αίσθηση άβολου, εξωπραγματικού, σχεδόν διεστραμμένου, που καιροφυλακτεί συνεχώς σαν εκείνο το απροσδιόριστο κεφάλι Κακού που βλέπει κάποιες στιγμές ο Χάνσεν. Περιμένουμε έτσι κάτι να συμβεί στα όρια ενός ψυχολογικού θρίλερ αποκαλύψεων που δεν αφορά τόσο τους παιδόφιλους όσο τους ίδιους τους πρωταγωνιστές.  Το στοιχείο αυτό του σασπένς, ο σκηνοθέτης, όμως, δεν το εκμεταλλεύεται, αντίθετα το αφήνει κάπως μετέωρο μια και η πλοκή όλο και δικαιολογεί προσπαθώντας να κάνει αδύναμες αντιστοιχίες. Έτσι δεν προχωρά ούτε προς την κατεύθυνση ενός ξεκάθαρου ηθικού διλήμματος -κάτι στο οποίο θα μπορούσε να δώσει εξαιρετικά μαθήματα ο Σπίλμπεργκ-, αλλά ούτε και ενός υπαρξιακού παραληρήματος -αν και κάπως το προσπαθεί- στο οποίο είναι μετρ ο  Αρονόφσκι με τον οποίο ο Όπενχαϊμ έχει συνεργαστεί.
Τα σεναριακά αυτά θολώματα μιας σκηνοθεσίας που αρνείται να δημιουργήσει καθαρά δίπολα Καλού-Κακού στο οτιδήποτε, αδυνατίζουν και την επίδραση του ρόλου του Νταν Πλουμ του Σκάιλερ Γκισόντο που παρά την καλή του ερμηνεία δεν μπορεί να υπερβεί τους εγγενείς περιορισμούς του ρόλου του. Το δίπολο ήρωας (Χάνσεν)-αντιήρωας (Πλουμ) δεν ενεργοποιείται έτσι ποτέ πραγματικά, ούτε μονοσήμαντα, αλλά ούτε και στην διάσταση που ο Όπενχαϊμ μοιάζει να είχε μάλλον στο μυαλό του – να είναι δηλαδή και οι δύο ήρωες κι αντιήρωες ταυτόχρονα. Ο ενδιάμεσος αυτός χώρος τον οποίο ο σκηνοθέτης προσπαθεί να υπηρετήσει ακόμα και ως προς τον παιδόφιλο εισαγγελέα στερεί απ’ την ταινία δυνατότητες εμβάθυνσης σε σχέση με τις πολύ πραγματικές κριτικές που είχαν γίνει εκείνη την εποχή στον Χάνσεν. Αφ’ ενός δηλαδή ως προς το γεγονός ότι χρησιμοποιούσε τον όρο «αρπακτικά» επιμένοντας να μην λέγεται η λέξη παιδεραστές (κάτι που και στην ταινία θα μπερδέψει το θεατή μια και παιδιά 13 ετών δεν είναι έφηβοι αλλά παιδιά). Και αφ’ ετέρου ως προς το πώς ο τρόπος με τον οποίο τους ξεφτίλιζε έκανε το κοινό να προσπερνά το απόλυτα καταδικαστέο της πράξης τους και να ευχαριστιέται με τον γελοίο τρόπο που αυτοί συμπεριφέρονταν μπροστά στην κάμερα. Αυτό βεβαίως δεν αναιρούσε το γεγονός ότι κάποιοι παιδόφιλοι -αν και όχι επί τόπου- συλλαμβάνονταν και οδηγούνταν στην δικαιοσύνη. 
Σύμφωνα με τον Ντέιβιντ Όσιτ, που το 2025 σκηνοθέτησε το Predators, ένα ντοκιμαντέρ για το σόου του Χάνσεν, οι προθέσεις του Χάνσεν που μέχρι και σήμερα ασχολείται με τον χώρο των τηλεοπτικών true crime εκπομπών, δεν ήταν κακές.  Ενίσχυαν, όμως, προς χάρη της τηλεθέασης την ανθρώπινη τάση της ηδονοβλεψίας με το κοινό να «βιώνει την ταραχή [των παιδεραστών] από μια ασφαλή απόσταση» κι αυτό να τους δημιουργεί θετικά συναισθήματα για τους εαυτούς τους και ταυτόχρονα να τους απευαισθητοποιεί πάνω στο θέμα. Στην προσπάθειά του, να επικρίνει τους θεσμούς της κοινωνίας του θεάματος, αλλά εν τέλει όχι συγκεκριμένα τους ανθρώπους, ο Όπενχαϊμ στέρησε κατ’ ουσία άθελά του απ’ την ταινία του τη δυνατότητα να είναι τόσο δυνατή και τόσο καλή όσο θα μπορούσε. Απ’ την άλλη βέβαια είναι και η πρώτη του απόπειρα στη μυθοπλασία. 

Νύχτες πρεμιέρας 2026