του Alain Resnais
(κριτική: Σπύρος Γάγγας)![]()
Μέσα από τη μοναδική οπτική της ιστορικής μνήμης στο σέλας του χρόνου, όπως συμβαίνει συνήθως στον Ρενέ, ξεδιπλώνονται στην οθόνη οι πτυχές του «θησαυροφυλακίου» της Γνώσης στην Εθνική Βιβλιοθήκη του Παρισιού. Η τόσο οικεία στο σινεμά του Ρενέ διαμεσολάβηση της φόρμας από τη μνήμη, το ιστορικό φορτίο της τελευταίας αλλά και την πύκνωση του Χρόνου στο Χώρο, δημιουργεί εδώ ένα εξαίρετο ντοκιμαντέρ, γνήσιο τέκνο της γαλλικής σχολής που ευδοκίμησε τόσο ως καταγραφή και κριτική πολιτισμού συνάμα.
Η κάμερα αιωρείται με ιδιαίτερη χάρη στα υπόγεια της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Αποδίδει μια έντονη αίσθηση του συνεχούς το οποίο, ωστόσο, ακριβώς λόγω των αποκρυσταλλωμένων κάδρων αλλά και της ροής που διακρίνει την εναλλαγή των λήψεων στον αβίαστο και ανάλαφρο ελιγμό της κινηματογράφησης καθιστά ερεθιστικά αινιγματικό το σταυροδρόμι της εγκεφαλικής και της ιστορικής διαδικασίας της μνήμης. Αν αναλογιστούμε ότι στο εικοσάλεπτο αυτό κομψοτέχνημα συμπυκνώνεται η συλλογική μνήμη της ανθρωπότητας για τη Φύση, την Κοινωνία και το Σύμπαν, τότε ο «χώρος» εντός του οποίου λικνίζεται η κάμερα τείνει να λάβει διαστάσεις μιας μεταφυσικής σχεδόν αποτύπωσης του Ιστορικού γίγνεσθαι στην χωρική ταξινόμηση.
Πράγματι, αυτό αναγγέλλει το σπικάζ του Ρενέ όταν αποκαλύπτεται η ταξινόμηση των επιμέρους πεδίων γνώσης (αστροφυσική, μηχανολογία, ποίηση, φιλοσοφία) με την κάμερα να επικεντρώνεται στην παράλληλη φυλάκιση της Γνώσης στο αχανές και σιδερόφραχτο κτίριο της βιβλιοθήκης τύπου Πανοπτικόν αλλά και σε αυτήν του κάθε γνωστικού πεδίου που στη μορφή βιβλίου, χειρόγραφου η περιοδικού προσπαθεί να «φυλακίσει» με τη σειρά της τα απότοκα του Πνεύματος. (Η παγκόσμια μνήμη έχει ανάγκες αποθήκευσης και καταγραφής 3,000,000 προσθηκών ετησίως.)
Συνδέοντας την ιδέα της ταξινόμησης τόσο με την παρατήρηση, άρα και τη δύναμη, όσο και με την ευτυχία –στην οποία στοχεύει ολόκληρη η συσσωρευμένη μνήμη του κόσμου μας– ο Ρενέ δεν αποφεύγει τον πειρασμό σύγκρισης, κυρίως ως απορία δυνατότητας, με την προ-νεωτερική εποχή, όπου όλα τα βιβλία ήταν ίσα ενώπιων του Θεού σε μια, όπως ακούγεται στο σπικάζ, «καθολική, ακαταχώρητη, αδιαφοροποίητη μνήμη», μοτίβο της βιταλιστικής και ιδεαλιστικής θεώρησης για κάποια μήτρα ζωής που προϋπάρχει όλων των διακρίσεων και των ταξινομήσεων. Κι αν ο φύλακας της βιβλιοθήκης στο καταπληκτικό γκρο πλάνο φαντάζει τρωγλοδύτης είναι, μάλλον, επειδή το νεωτερικό μαυσωλείο της Γνώσης και η γεωμετρική του ευταξία είναι άμεσα συνδεδεμένα με την παρατήρηση και την αυτοπαρατήρηση, όπως άλλωστε υποδηλώνεται από την αινιγματική ματιά της γυναίκας στο εξώφυλλο ενός βιβλίου στο ράφι.
Προαναγγέλλοντας την προβληματική περί Γνώσης, Παρατήρησης και Δύναμης, όπως αυτή τέθηκε αργότερα από τον Μισέλ Φουκώ, ο Ρενέ χτυπά φλέβα χρυσού αφού καταπιάνεται με το ακόμη πιο θεμελιώδες πρόβλημα της ταξινόμησης ως πρωταρχικής κοινωνικής διαδικασίας συνυφασμένης με το επιλέγειν και το κρίνειν. Με εσωτερικά πλάνα του τρούλου της Βιβλιοθήκης ή των διαστημικών της φωτισμών, το ντοκιμαντέρ του Ρενέ κατορθώνει να «παρατηρήσει», εκ των έσω, το σύμπαν ως «μικρογραφία» της επίλυσής του από τους γήινους παρατηρητές του και να καταθέσει στον θεατή το αίνιγμα της τελεολογίας αυτής της γνώσης.
Toute la mémoire du monde, Αλέν Ρενέ, Γαλλία, 1956



