του Θεόδωρου Σελέκου
(κριτική: Ζωή- Μυρτώ Ρηγοπούλου)![]()
Αυτοί που βιάζονται κι οι άλλοι που κάθονται. Για λίγο. Κτίρια που χάσκουν ξεχασμένα και βρώμικα. Περιμένουν μήπως γυρίσουν αυτοί που αναγκάστηκαν να τ’ αφήσουν. Κενά. Τριγύρω η πόλη παριστάνει ότι γίνεται όμορφη. Όμως, εκεί, στο κέντρο η ψυχή της ολοένα χάνεται. Αυτοί που την αναζητούν ξαπλώνουν ανάμεσα σε πεταμένα ρούχα ή σε σύριγγες. Έκπτωτοι άγγελοι ή στοιχειά από κάποιο όνειρο που δεν ξύπνησαν ποτέ για να ζήσουν. Αν πλησιάσουν τραβιόμαστε ελαφρά ή γυρνάμε το κεφάλι απ’ την άλλη. Τρομάζουμε και κάτι δεν θέλουμε να δούμε. Πρόσωπα στο κέντρο μιας πόλης που εξαϋλώνονται μαζί. Αόρατοι. Έχουν άραγε φωνή για να μας κάνουν να σταθούμε;
Εξαιρετικής ευαισθησίας κι εικαστικής αντίληψης ντοκιμαντέρ δημιουργού, γυρισμένη σε φιλμ, υπνωτιστική, ποιητική κι υπόκωφη η Πλατεία αοράτων του Θεόδωρου Σελέκου, ξετυλίγεται μέσα σε μια άχλη που συσκοτίζει την ευκρίνεια του φαινομενικού ακριβώς για να μπορέσει να το αποδώσει ως ουσία. Το φευγαλέο της εικόνας κάνει την εκτός κάδρου αφήγηση ακόμα πιο υποβλητική, ειδικά καθώς η μουσική κι οι ήχοι την υπογραμμίζουν ρυθμικά, αναπόσπαστο μέρος κι οι δυό του σώματος και του εσωτερικού ρυθμού της ταινίας. Η Πλατεία αοράτων γίνεται έτσι ένα ποίημα που εξελίσσεται σε τρία μέρη και μας ωθεί μέσα απ’ το αποσπασματικό και την ελλειπτικότητα ν’ ανοίξουμε τ’ αυτιά και σαν τους αγγέλους στα Φτερά του Έρωτα του Βέντερς (ταινία αναφοράς του Σελέκου) ν’ αφουγκραστούμε προσεκτικά σκέψεις και βάσανα των ανθρώπων. Ίχνη ιστοριών μπροστά στα οποία ο θεατής βρίσκεται ν’ αναρωτιέται και να θέλει να μάθει περισσότερα, να ταυτίζεται ή να συγκινείται χωρίς να ξέρει με τι ακριβώς, αλλά νοιώθοντας μια συγγένεια με κάτι δυσδιάκριτο που αισθάνεται τώρα την υπόστασή του.
Τα κτίρια έχουν κι αυτά ψυχή εδώ - εξάλλου ένα μέρος της ταινίας τους ανήκει (εξαιρετική κι η σκηνή με τα πουλιά έξω απ’ την πόρτα). Ο τρόπος που αναδεικνύονται οι γραμμές τους, συχνά μέσα από μια αρχιτεκτονική οπτική ή που μας μιλάν μέσα απ’ τις παύσεις ή τη σιωπή χάρη στη φωτογραφία και τις αλλαγές στο ρυθμό -όλα τα εκφραστικά μέσα της ταινίας είναι συγχρονισμένα κι ακονισμένα στην εντέλεια- θυμίζει το ταλέντο της Άκερμαν να δίνει στους χώρους ζωή καθιστώντας τους φορείς ενεργειών και ψυχικών διαθέσεων ανθρώπων.
Ένα μικρό απόσπασμα απ’ το «Ημερολόγιο Ομονοίας» της Κωνσταντίνας Θεοδώρου προστίθεται στην αρχή, συντελώντας στο να γίνει ακόμα πιο στιβαρό το σώμα της ταινίας – αντίβαρο λες σ’ όλα αυτά τα σώματα που καταρρέουν και πέφτουν. Άνθρωποι που ξέχασαν κι οι ίδιοι τον εαυτό τους εδώ που ζουν και γράφουν στους τοίχους του κέντρου της πόλης αυτής προσπαθώντας να μείνουν στη μνήμη της, να θυμίσουν στον εαυτό τους και στους άλλους ότι υπάρχουν. Θυμίζει κάτι κι από Τενεσί Ουίλιαμς η ταινία αυτή έτσι όπως κι ο κόσμος εδώ φωτίζεται πια μόνο απ’ αστραπές και παρ’ ότι δεν είναι γυάλινος συνέχεια σπάει. Η ταινία έκανε απ’ την πλευρά της έναν μικρό άθλο τριάντα ενός λεπτών καθιστώντας τον από αόρατο, ορατό. Τα υπόλοιπα μένει σε μας αν τα σκεφτούμε…
Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης 2026



