(The Guest)
του Mads Mengel 
(κριτική: Ζωή- Μυρτώ Ρηγοπούλου)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2526_the-guest.jpeg

Το ευχάριστο διήμερο που ο Καρλ περνά σε παραθαλάσσιο ξενοδοχείο μαζί με τη γυναίκα του, την αδελφή του, τις οικογένειές τους και λίγους ακόμα καλεσμένους, περιμένοντας την βάφτιση του γιού του, διαταράσσεται όταν βλέπει μπρος του τη μητέρα του. Θυμωμένος, θέλει επί τόπου να την διώξει, μια κι εδώ και χρόνια ούτε καν της μιλά.  Η αδελφή του, όμως, του λέει πως εκείνη την κάλεσε διότι παίρνει πια τα φάρμακά της και είναι καλά.  Ο Καρλ θυμάται τι έχουν περάσει παλιότερα απ’ την ανεξέλεγκτη συμπεριφορά της κι αμφιβάλλει ότι τα πράγματα θα εξελιχθούν ομαλά. Αναγκάζεται, όμως, σχεδόν να της δώσει μια ευκαιρία. 
«Έτσι ακριβώς» θα μπορούσε να είναι με δύο μόλις λόγια η κριτική του The Guest του Mads Mengel για τον άψογο τρόπο που αποδίδει κινηματογραφικά ένα θέμα δύσκολο, με σεβασμό, ακρίβεια και ρεαλισμό, ανθρωποκεντρική ματιά και πολύ χιούμορ -για να μην βαρύνει το θεατή, αλλά να τον προβληματίσει. Χωρίς να στιγματίζει, αλλά ούτε και να ωραιοποιεί, χρησιμοποιεί την απρόσμενη εμφάνιση της μητέρας σαν βότσαλο που πέφτοντας διαταράσσει την ισορροπία μιας λίμνης, δημιουργώντας όλο και μεγαλύτερες αναταράξεις εξωτερικά, κι επηρεάζοντας πολύ περισσότερο εσωτερικά, όπου δρα σχεδόν σαν μια χιονοστιβάδα. 
Σαν ομόκεντροι κύκλοι που δεν έχουν το ίδιο εύρος και βάθος -και δεν είναι ο Καρλ ο πιο δυσκολεμένος εδώ- οι αντιδράσεις των δύο αδελφών εκπορεύονται όλες από αυτά που δεν βλέπουμε, αλλά υπονοούνται συνεχώς – τα τραύματα μιας παιδικής/νεανικής ηλικίας που πέρασε στα χέρια μιας μητέρας με ψυχική διαταραχή αρρύθμιστη, χωρίς το πιθανότερο, καμία βοήθεια απέξω. Τα συναισθήματα, που δημιουργούνται ως επακόλουθο, φαίνονται τόσο-όσο απ’ την ταινία σ’ όλη τη συμπεριφορά των πρωταγωνιστών, με τον Καρλ να έχει απορροφήσει το θυμό και την αδελφή του τις ενοχές – και πολύ περισσότερο απ’ αυτόν να δυσκολεύεται να προχωρήσει τη ζωή της. Ταυτόχρονα, όπως δείχνει η ταινία υπαινικτικά κι όπως συμβαίνει συχνά και στην πραγματική ζωή τα παιδιά θεωρούν την παρορμητική συμπεριφορά της μητέρας τους σαν μια χαρακτηρολογική της πλευρά για την οποία είναι υπεύθυνη η ίδια. Αλλιώς, η έννοια του ανεξέλεγκτου γίνεται πολύ πιο τρομακτική – μια αίσθηση με την οποία παίζει συνεχώς εδώ η ιστορία.  
Δεν βλέπουμε συχνά ταινίες να αποδίδουν στο μέτρο που τους αρμόζει όλα αυτά, χωρίς υπερβολές ή διαστρεβλώσεις, το The Guest, όμως το κατορθώνει αξιέπαινα, επιστρατεύοντας ταυτόχρονα, το χιούμορ, τη θάλασσα, τα αστεία, τους ωραίους χώρους και τους καλοφτιαγμένους ανθρώπους για να μην βαρύνει το θεατή με την ευθραυστότητα της ψυχικής υγείας και τις επιπτώσεις της. Αντίθετα, τον βάζει μπροστά στα ερωτήματα δίνοντάς του το περιθώριο και να μην τα σκεφτεί αν δεν το επιθυμεί– ούτε καν το πώς η σχέση δεν χάνεται, ό,τι στάση κι αν επιλέγει κανένας. Όλα είναι ζυγιασμένα για το λόγο αυτό, από τα πλάνα μέχρι την ένταση και παρ’ ότι κατά τη σκανδιναβική παράδοση υπάρχουν εκείνες οι σκηνές όπου όλοι φωνάζουν σ’ όλους, εντάσσονται στην πλοκή με τρόπο φυσικό κι η συγκίνηση δεν εκβιάζεται, αλλά απορρέει.   
Η τάση του δανέζικου σινεμά των τελευταίων δεκαετών για μικρά οικογενειακά δράματα που να μιλούν για την ανθρώπινη ψυχοσύνθεση εξυπηρετείται έτσι εδώ με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, όχι με αναίτιες κορώνες, αλλά μ’ εμβάθυνση και κατανόηση πως υπάρχουν καταστάσεις που έχουν τις δυσκολίες τους ακόμα κι αν όλοι κάνουν το καλύτερο που μπορούνε. Με εξαιρετικό τρόπο και δια της ελλείψεως η ταινία αναδεικνύει μέσα κι απ’ τις προσωπικές επιπτώσεις στους ήρωες, πως το ζήτημα είναι επίσης και κοινωνικό και κοινοτικό και πως όταν δεν υπάρχει τέτοια βοήθεια, μειώνεται κι η δυνατότητα των ανθρώπων που όλα αυτά τους αφορούν να μπορούν να πάρουν μια ανάσα.    

*Η ταινία κέρδισε το Ειδικό βραβείο κριτικής επιτροπής και το βραβείο σκηνοθεσίας στο 60ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Κάρλοβι Βάρι.  
Karlovy Vary 2026