(The River Train)
των Lorenzo Ferro & Lucas A. Vignale
(κριτική: Καλλιόπη Πουτούρογλου)![]()
“I am standing between the sword of the landscape and the hot brick of oblivion,
travelling with burning jewel and blood,
listening to the howl of my candor, my new celebration.”
Francisco Madariaga, El tren casi fluvial /The Almost Fluvial Train, 1988
Ένας υπάλληλος μικρού επαρχιακού σταθμού, με ένα ακάνθινο στεφάνι στο κεφάλι, δίνει πληροφορίες σε ένα αγόρι και έπειτα στέλνει μια μπάλα ποδοσφαίρου στον ουρανό. Ένας άλλος στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό της πρωτεύουσας φαίνεται να κοιμάται με ακουστικά στο κεφάλι. Το αγόρι του τα αφαιρεί προσεκτικά, τα φέρνει στα αυτιά του και μια μυστηριώδης φωνή τον καθοδηγεί για το πώς να κινηθεί στη μεγάλη πόλη. Στο ενδιάμεσο ένας μηχανοδηγός, αφού απελευθερώσει ένα πουλί, απαγγέλλει από το μεγάφωνο στίχους του ποιητή Francisco Madariaga, ενώ το ίδιο αγόρι χαζεύει από την ανοιχτή πόρτα του τρένου το τοπίο που περνά. Αυτές είναι κάποιες μόνο από τις παράξενες εικόνες που συνοδεύουν το ταξίδι του εννιάχρονου Μίλο, από το μικρό χωριό του στην αργεντίνικη επαρχία ως το μυθικό Μπουένος Άιρες. Ένα ταξίδι φυγής προς το άγνωστο.
«Μη σκέφτεσαι, μίλα», η εντολή του πατέρα στον εννιάχρονο γιό. Οι λέξεις αναβλύζουν κοφτά, σχεδόν αυτόματα, στον ίδιο χωρίς συναισθηματική απόχρωση τόνο: «τιμωρία, πρώτη θέση, επίθεση, βλέμμα, κατόρθωμα, υπομονή, ασταμάτητος». Ο Μίλο μεγαλώνει υπό την πίεση μιας διαρκούς δοκιμασίας. Να γίνει πρωταθλητής χορευτής malambo και ο τέλειος γιος. Το malambo, παραδοσιακός χορός των γκάουτσος, καουμπόιδων της νοτιοαμερικανικής υπαίθρου, απαιτεί ιδιαίτερη πειθαρχία και δύναμη από το σώμα ενός μικρού παιδιού. Οι μύες συσπώνται από την υπερπροσπάθεια και παραμορφώνουν το παιδικό πρόσωπο, το στήθος φουσκώνει, τα πόδια χτυπούν με δύναμη το έδαφος. Στο σπίτι, ο Μίλο, όσο και να θέλει, δεν μπορεί να ξεφύγει από τις εργασίες που του επιβάλλουν οι γονείς. Ενώ σπάνια θα ακούσει μια επιβράβευση ή έναν καλό λόγο. Το τρένο θα γίνει φαντασίωση, το μεγάλο του όνειρο και το ταξίδι μοναδικός τρόπος απελευθέρωσης.
Υιοθετώντας σε μεγάλο βαθμό τους μη λεκτικούς αφηγηματικούς τρόπους ενός παραμυθιού, μια σειρά από σύμβολα, υπερρεαλιστικά στοιχεία και διαδοχικές απεικονίσεις του καλού και του κακού, κυρίως όμως την ελεύθερη συνειρμική δύναμη της ποίησης, οι Lorenzo Ferro & Lucas A. Vignale, μας παραδίδουν ένα υπέροχο κινηματογραφικό ταξίδι χωρίς σχέδιο, που καθοδηγείται απλά από τη διαίσθηση και την παιδική αναζήτηση. Στο κέντρο αυτής της σύντομης αλλά περιπετειώδους περιπλάνησης στέκει αγέρωχος ο μικρός Μίλο, τα μάτια και η ψυχή της ταινίας. Σοβαρός αλλά και απρόβλεπτος, σκανδαλιάρης και κυνηγός, προχωράει μπροστά, ενώ μέσα του κάτι προοδευτικά αλλάζει. Από την αβεβαιότητα στον συγκρατημένο ενθουσιασμό και από την αποτυχία στη μοναξιά και την απογοήτευση, οι μικροί παράδοξοι σταθμοί αυτής της διαδρομής κρύβουν όχι μόνο το απρόβλεπτο αλλά και τα διαδοχικά στάδια μιας πορείας προς την ενηλικίωση. Που εκφράζεται προς μεγάλη έκπληξη, με ιδιαίτερη για την ταινία συναισθηματική φόρτιση, στην προφορική επιστολή του τέλους.
Κρατώντας σχετικές αποστάσεις ως προς την κινηματογραφική γλώσσα, το The River Train των Lorenzo Ferro και Lucas A. Vignale δεν παύει να μας θυμίζει το επίσης αργεντίνικο The Message (2025) του Iván Fund. Η μικρή Ανίκα και ο συνομήλικος της Μίλο, φαίνεται να βγαίνουν, με το ίδιο αινιγματικό βλέμμα και ανάλογα ανάμεικτα συναισθήματα, από μια χώρα σε βαθιά κρίση, όπου η αβεβαιότητα και η ανασφάλεια διαπερνούν τα μέλη της, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, όπου οι σκοτεινές περιοχές δεν επιτρέπουν εύκολες απαντήσεις και όπου το αθώο ακόμα παιδικό βλέμμα αναζητά, μέσα από τα παράθυρα ενός κινούμενου οχήματος, μια μικρή ψευδαίσθηση ελευθερίας.
Perspectives/ Berlinale 2026



