του Ρένου Χαραλαμπίδη
(κριτική: Ζωή- Μυρτώ Ρηγοπούλου)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2425_nyxrterinos-ekfoitis.png

Τη βραδιά των 50ων του γενεθλίων ένας ραδιοφωνικός παραγωγός νυχτερινής εκπομπής μοιράζεται με το κοινό του τις κασέτες του παλιού του τηλεφωνητή. Σ’ αυτές βρίσκεται καταγεγραμμένη όλη η πορεία ενός νεανικού του έρωτα με μια νεαρή χορεύτρια της Λυρικής όταν εκείνος ήταν ακόμα εύζωνας στην Προεδρική φρουρά. Στόχος του, αν τον ακούει, να την πείσει να του τηλεφωνήσει μέχρι το τέλος της εκπομπής. Ελπίζει ίσως σε μια αναζωπύρωση εκείνου του έρωτα. Ή πάει γυρεύοντας για έναν απολογισμό που δεν θ’ αργήσει να έρθει…
Γλυκόπικρος, καλοφωτισμένος κι αισθαντικός, υπνωτιστικός ανά στιγμές με τις ωραίες του μουσικές, τη μοιρασμένη αφήγηση και τις ελπίδες του για δεύτερες ευκαιρίες, ο Νυχτερινός Εκφωνητής του Ρένου Χαραλαμπίδη, θα σας γλυκάνει με τα ωραία λόγια, τα φάλτσα μωρά και τις προσδοκίες του, να θυμάστε, όμως, ότι έχει απλήρωτους τους λογαριασμούς του. Μικρή ελεγεία για το χαμένο χρόνο μας δηλαδή, που ομοιάζει τη νοσταλγία του έρωτα και περιπλανιέται στο χωρόχρονο μιας αγαπημένης πόλης σαν σε τόπο εσωτερικό αναζητώντας παρηγοριά και συντροφιά στ’ ακέφαλα αγάλματα ενός συλλογικού παρελθόντος. Και σε συνομιλητές που κάπου εκεί έξω ξέρει ότι υπάρχουν. Από καρδιάς δηλαδή φόρος τιμής και στις μέρες ραδιοφώνου μας, στην φαντασία που κάνει τη μνήμη χρόνο ενεστώτα και στην τέχνη που υπερβαίνει την απώλεια, αλλά και στις μουσικές που συνοδεύουν πάντα τα όσα ζούμε. Το πώς να υπάρχουμε απέναντι σ’ ένα παρελθόν οριστικό και πώς να βρούμε το βηματισμό μας από κει και πέρα είναι ερωτήματα που τίθενται κι απαντώνται εν μέρει εδώ με την ταινία να μας τρατάρει μεν τη μαντλέν του Προυστ, αλλά να εξελίσσεται πιο κοντά σ’ ένα ψυχαναλυτικό εκ των υστέρων.
Ο Χαραλαμπίδης, που έδειξε απ’ την αρχή της καριέρας του την δυνατότητά του για προσωπικό στιλ με το No Budget story, μια εξαιρετική διασκευή του In the soup του Ρόκγουελ, διατηρεί εδώ την φόρμα, το ταλέντο και την ευχέρειά του να κάνει το σινεμά του διακριτό κι ατμοσφαιρικό, δίνοντας στην αφήγηση τη ροή και το ρυθμό που χρειάζεται η ιστορία για να γίνει πειστική και να γοητεύσει το θεατή της. Η στατικότητα της κατάστασης κι η έλλειψη τωρινών εξωτερικών γεγονότων αντισταθμίζονται έτσι εδώ από μια συνεχή κινητικότητα που υπάρχει στα πλάνα -την οποία ενισχύουν κι οι μουσικές επιλογές-, κι από την γλύκα της μοιρασμένης αφήγησης που εξελίσσει την πλοκή κι αναδημιουργεί αυτό που τόσο λείπει – τον Άλλον.
Από το Γούντι Άλεν μέχρι το Μπέργκμαν κι από το Νόλαν μέχρι το Ράμις, ο εαυτός του δημιουργού-auteur, φανερός, κρυμμένος, μισοκρυμμένος ή εντελώς μεταβολισμένος στην πλοκή, βρίσκει πάντα θέση στο υπαρξιακό σινεμά κι ο σκηνοθέτης/σεναριογράφος Χαραλαμπίδης δεν αποτελεί βέβαια εξαίρεση, με τις σκέψεις του να μην λειτουργούν αυτοαναφορικά, αλλά να εκλαμβάνονται ως ψηφίδες του ανθρώπινου ψυχισμού μας. Εκφρασμένες πάντα με τους κώδικες του αμερικανικού ανεξάρτητου σινεμά που o Χαραλαμπίδης έχει μεταφέρει στην Αθήνα συνδυάζοντάς τους με τη δική του υπόσταση ως πρωταγωνιστή που πάντα κάτι διατηρεί κι απ’ την παράδοση της ανέκφραστης κωμωδίας.
Οι σχέσεις μοιάζουν εδώ με γη της επαγγελίας που χάθηκε έτσι όπως ο πρωταγωνιστής στροβιλίζεται γύρω από χίμαιρες, η πιο αληθινή, όμως, στιγμή της ταινίας αφορά την πραγματικότητα κι είναι όντως ένα τηλεφώνημα, αλλά από τη γυναίκα που ουσιαστικά υπήρξε.
Το ότι γνωρίζουμε μάλλον όλοι μας, πως το να ξαναζούμε τη μέρα της μαρμότας συχνά δεν είναι ευθύνη της ζωής, αλλά οφείλεται και στο δικό μας χέρι, δεν σημαίνει παρ’ όλα αυτά ότι μας αρέσει πάντα να μας το θυμίζουν και οι ταινίες. Μας χρωστάει λοιπόν ο σκηνοθέτης για την επόμενη φορά και πολύ θα θέλαμε να το θυμάται…