(Siempre soy tu animal materno)
της Valentina Maurel 
(κριτική: Καλλιόπη Πουτούρογλου)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2526_forever.jpeg

«Τόσος πόθος, τόση αγάπη, 
κανένα από τα κορίτσια δε θα χει να θυμάται έστω ένα φιλί»    
(ποίημα της μητέρας  που ακούγεται στο τέλος της ταινίας)

Μετά από πολύχρονη παραμονή στην Ευρώπη, η 28χρονη Έλσα θα βρεθεί ξανά στην κεντρική Αμερική, στους δρόμους της χαοτικής της πόλης, που άλλοτε την παρασέρνουν στην ηλεκτρισμένη δίνη τους κι άλλοτε τη βυθίζουν σε μια μελαγχολία σκοτεινή. Οι καταιγιστικές συναντήσεις με τα μέλη της διαλυμένης της οικογένειας θα καθορίσουν την εξέλιξη αυτής της απρόσμενης για όλους επίσκεψης, που έχει ανοιχτή ημερομηνία επιστροφής. Έχοντας μοναδική της έγνοια την μικρότερη αδελφή της Αμάλια, ένα πλάσμα ευάλωτο και παρορμητικό, με περίεργες εμμονές και ιδεοληψίες που πολλές φορές γλιστρούν προς την παράνοια, η Έλσα που παλεύει με τις δικές της προσωπικές ανασφάλειες, προσπαθεί απεγνωσμένα να προσεγγίσει τους εν διαστάσει γονείς της, πρωτίστως την μητέρα, προκειμένου να σώσει την εικοσάχρονη Αμάλια από την καταστροφή.   
Μετά την πρώτη της μεγάλου μήκους ταινία, το πολυβραβευμένο δράμα ενηλικίωσης «I Have Electric Dreams» (2022) που μελετά τη σχέση πατέρα-κόρης, η Valentina Maurel επιστρέφει στον τόπο καταγωγής της, το Σαν Χοσέ της Κόστα Ρίκα, φέρνοντας και πάλι μαζί της την αγαπημένη της ηθοποιό Daniela Marín Navarro στον πρωταγωνιστικό ρόλο και τον Reinaldo Amien στον ρόλο του πατέρα. Αν και κινείται σε γνωστά εδάφη, αυτή τη φορά ωστόσο η αφήγησή της περιλαμβάνει μια ολόκληρη οικογένεια, είναι πιο πολυφωνική και στηρίζεται σε ένα πιο πολύπλοκο σύστημα εστιάσεων. Εδώ είναι η μητέρα που παίζει καθοριστικό ρόλο και κινεί τα νήματα, ορατά και αόρατα. Μέσα σε ένα περιβάλλον εμφανώς δυσλειτουργικό, μέσα στο οποίο η ανθρώπινη επικοινωνία αποτελεί το σταθερό ζητούμενο, η εκδήλωση στοργής και αγάπης παραμένει κάτι το αντιφατικό και περίπλοκο.
Η Maurel παραμένει πιστή στις βασικές της αρχές. Η αμεσότητα, η ζωώδης ενέργεια, η ωμότητα και βιαιότητα των χαρακτήρων, εδώ όχι τόσο η εξωτερική όσο η εσωτερική και ο ακατέργαστος, χειροπιαστός τρόπος στη χρήση της κάμερας και στη νατουραλιστική απόδοση ενός αποσυνδεδεμένου κόσμου, διατρέχουν την ταινία. Μέσα από ένα κοφτό μοντάζ, ελλείψεις στην αφήγηση, γρήγορη σκηνική εναλλαγή και μια εσκεμμένη ασάφεια αλλά και αίσθηση του κατεπείγοντος, η δημιουργός ξετυλίγει σταδιακά την ιστορία μιας οικογένειας που με τη συνδρομή και της ποίησης (εδώ ενταγμένης και δραματουργικά) φωτίζεται καλύτερα όσο η ταινία οδεύει προς το τέλος της.
 Μια σειρά αλλεπάλληλων και ανελέητων διαλόγων συνιστούν τον κύριο μοχλό της αφηγηματικής εξέλιξης. Μέσα από αυτούς σκιαγραφείται αδρά και ελλειπτικά το πορτρέτο μιας οικογένειας (που κάποτε το ζευγάρι της είχε αγαπηθεί πολύ) σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Ό,τι διαφαίνεται τώρα είναι ένας πατέρας πλήρως αποστασιοποιημένος που αναζητά επιβεβαίωση μέσα από σχέσεις με νεότερες γυναίκες, μια μάνα παγερή και αδιάφορη που διεκδικεί να κερδίσει τον χαμένο χρόνο μέσα από πλαστικές επεμβάσεις και την επανέκδοση των ποιημάτων της νεότητάς της, μια μικρή κόρη που φαίνεται να βαδίζει το δικό της μονοπάτι, προσκολλημένη σε ανθρώπους και υπερβατικές θεωρίες και μια ρεαλίστρια επαναπατρισμένη κόρη που παρασύρεται από την ένταση της πόλης και την αγωνία της για την μικρή αδελφή, ενώ παλεύει με προσωπικά διλήμματα που την ταλανίζουν. Η  Maurel δεν ψυχογραφεί, ούτε κρίνει τους ήρωες της. Ο ταραγμένος ψυχικός κόσμος της μικρής, η αποξένωση του πατέρα, η μητρική απόρριψη είναι απλά ανοιχτές πληγές που χάσκουν μπροστά στα μάτια του θεατή χωρίς ελπίδα επούλωσης. «Εύχομαι και οι δυο σας να βρείτε κάποτε την αγάπη», λέει κάποια στιγμή η μητέρα σε μια από τις πιο αντιφατικές σκηνές μιας ταινίας που κατακλύζεται από πληθώρα αντικρουόμενων συναισθημάτων. Από τον πόνο, τη λαχτάρα, το μίσος και την απογοήτευση έως τον άκρατο ενθουσιασμό και την ανεπιτήδευτη στοργή.
  Με το Forever Your Maternal Animal (που ο τίτλος του αποτελεί ποιητικό στίχο και πηγή έμπνευσης μαζί), το σινεμά της Valentina Maurel, εμποτισμένο και με αυτοβιογραφικές ενδεχομένως αναφορές, διευρύνει την προβληματική του με θέματα όπως αυτά της μητρότητας, των αδελφικών σχέσεων και της επιστροφής στη χώρα καταγωγής, κουβαλάει ωστόσο το ίδιο μυστήριο και την ίδια ακατέργαστη ευαισθησία απέναντι στην πολυδιάστατη αλλά αδύναμη  ανθρώπινη φύση.

Φεστιβάλ Καννών (Un Certain Regard) 2026