(για την ταινία Αγάπη/ Szerelem του Károly Makk)
του Μισέλ Δημόπουλου
b_505X0_505X0_16777215_00_images_1718_szerelem-1.jpg

Μάλλον ελάχιστοι είναι οι σινεφίλ στη χώρα μας που θυμούνται ή απλά γνωρίζουν το έργο του Ούγγρου σκηνοθέτη Κάρολι Μακ / Károly Makk (1925 – 2017) ο οποίος έσβησε διακριτικά στις 30 Αυγούστου. Υπήρξε από τους κορυφαίους στυλοβάτες του οικοδομήματος που άρχισε να στήνεται μεταπολεμικά στη σοσιαλιστική Ουγγαρία επί εποχής Γιάνος Καντάρ – το οικοδόμημα της επανίδρυσης του Ουγγρικού κινηματογράφου. Ανήκει στους πιονιέρους (με τους Ζόλταν Φάμπρι, Φελίξ Μάριασι, Γιάνος Χερσκό, Άντρας Κόβατς, Πέτερ Μπάτσο) που το οδήγησαν προς τη χρυσή εποχή του, ως δημιουργός αλλά και ως δάσκαλος από την τάξη του οποίου στην Ανώτατη Σχολή πέρασαν πολύ σκηνοθέτες της δεκαετίας του ’70. Από πολύ νωρίς φανέρωσε το ελεύθερο, ατίθασο και επίμονο πνεύμα του. Με κοντά 50 ταινίες (για την μεγάλη και μικρή οθόνη), μερικά διαμάντια και αρκετές μετριότητες, ο Μακ ήταν ο σκηνοθέτης της έκρηξης και της αναδίπλωσης, προτιμούσε να περιμένει την κατάλληλη στιγμή γυρίζοντας ταινίες της σειράς πριν αναδυθεί στην επιφάνεια με έργα πρώτου μεγέθους. Ξεχώρισε πολύ νωρίς με τις πρώτες του ταινίες όπως το Λιλιόμφι (1954), μια χαριτωμένη κομεντί εποχής, φτιαγμένη με κέφι και φαντασία που γοήτευσε το Φεστιβάλ των Κανών όπου συμμετείχε ή Το σπίτι κάτω από τους βράχους, γυρισμένη 4 χρόνια αργότερα.
Όμως η δεκαετία του ’70 (και μέχρι το 1983) υπήρξε η πλέον δημιουργική και δημοφιλής στη μακρόχρονη και άνιση καριέρα του ΚάρολιΜακ: από τις τέσσερις ταινίες του περιλήφθηκαν στο Διαγωνιστικό του Φεστιβάλ Κανών εκείνη τη δεκαετία, δυο βραβεύθηκαν (Αγάπη για έναν κρατούμενο, 1971, Πάθος γυναικών, 1982). Σ’ αυτές διαχειριζόταν τολμηρά πολιτικά, ερωτικά και ψυχολογικά θέματα – θέματα ταμπού εκείνη την εποχή στο Μαγυάρικο σινεμά.
b_505X0_505X0_16777215_00_images_1718_szerelem-2.jpg

Η Αγάπη (πρωτότυπος τίτλος) / Szerelem παραμένει αναμφίβολα το αριστούργημα του Κάρολι Μακ: διαθέτει θεματική μεστότητα, ψυχογραφική λεπτότητα, αβρότητα ύφους και πολιτική τόλμη. Μ’ αυτήν την ταινία, ο Μακ πετυχαίνει να καλύψει το κενό που τον χωρίζει από το φυτώριο των νεώτερων δημιουργών της Ουγγρικής κινηματογραφικής άνοιξης των δεκαετιών ’60 και ’70.
Η Αγάπη βασίστηκε σε δυο διηγήματα του Ούγγρου κομουνιστή συγγραφέα Τίμπορ Ντέρι (φυλακίστηκε τρία χρόνια επειδή στήριξε την εξέγερση του 1956 και τα έργα του απαγορεύτηκαν μέχρι το 1962). Χρειάστηκε έξι ολόκληρα χρόνια πεισματικού αγώνα για να καταφέρει να πάρει την άδεια από τη λογοκρισία ο Μακ και να στήσει επί τέλους την παραγωγή. Παρά το γεγονός ότι ο τότε Μαγυάρικος κινηματογράφος ήταν ο πιο φιλελεύθερος στις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού», το βαθύτερο θέμα που διαπραγματευόταν η Αγάπη ήταν ιδιαίτερα ευαίσθητο και οι πληγές ακόμα νωπές. Και το θέμα αυτό δεν ήταν άλλο από την προσωπική αντίσταση, σε καθημερινό επίπεδο, κατά της κρατικής καταστολής στα εφιαλτικά χρόνια του σταλινισμού μετά το πόλεμο.
Βρισκόμαστε στο 1953, στη Βουδαπέστη, σε μια εποχή όπου η χώρα αναστενάζει κάτω από το άγριο σταλινικό ζυγό του καθεστώτος Ράκοσι. Οι αυθαίρετες συλλήψεις πολλαπλασιάζονται στα σκοτεινά εκείνα χρόνια, οι αντιφρονούντες φυλακίζονται στη ζούλα. Μια πολύ ηλικιωμένη γυναίκα ζει μόνη της, βυθισμένη στις αναμνήσεις από ένα μάλλον ευτυχισμένο χθες. Κάθε μέρα περιμένει την επίσκεψη της νύφης της, της Λούτσα, η οποία δεν της ομολογεί ότι αγνοείται η τύχη του συζύγου της και γιου της ηλικιωμένης, του Γιάνος. Φυσικά τον έχουν συλλάβει προ ετών και ίσως να είναι νεκρός. Αντ’ αυτού η Λούτσα της πουλάει το παραμύθι ότι είναι στην Αμερική και γυρίζει μια ταινία. Και για να κρατήσει ζωντανές τις ελπίδες της, της διαβάζει γράμματα που δήθεν της έστειλε. Όμως η υγεία της ηλικιωμένης επιδεινώνεται και όταν λίγο αργότερα, απρόσμενα ο γιος της αποφυλακίζεται, η Λούτσα του αναγγέλλει τον θάνατο της.
b_505X0_505X0_16777215_00_images_1718_szerelem-3.jpg
Ο Κάρολι Μακ σκιαγραφεί μια εκπληκτική προσωπογραφία γυναικών. Κεντάει τις σχέσεις ανάμεσα σε νύφη και πεθερά σαν ένα παζλ απ’ όπου λείπει ο καθοριστικός συνδετικός κρίκος του φυλακισμένου για πολιτικούς λόγους ανδρός. Η γηραιά κυρία, κατάκοιτη και απελπισμένη, επιβιώνει πλαισιωμένη από τις αναμνήσεις της ενώ η νεαρή σύζυγος, παρά τα βάσανα και τις ταπεινώσεις που υφίσταται προσωπικά στη ζωή της ως γυναίκα κρατουμένου, την επισκέπτεται καθημερινά και τελετουργικά προσπαθώντας με περιποιητικές χειρονομίες και ψεύτικες επινοήσεις να εξορκίσει τη δυστυχία της και να τις χαρίσει λίγη από την τρυφερότητα που δεν μπορεί να μοιραστεί με τον άνδρα της. Ο Μακ συλλαμβάνει απαλά, διακριτικά, χωρίς περιττό συναισθηματισμό, το μπάφιασμα στο βλέμμα της και την αυτοθυσία στις κινήσεις της. Και καθώς επιστρέφει στο σπιτικό της μετά την καθιερωμένη επίσκεψη, βυθίζεται ξανά στη μουντή, γκρίζα πραγματικότητα μιας πόλης περιχαρακωμένης στη δίνη της ολοκληρωτικής μηχανής, μιας πόλης που ραγίζει όπως οι προσόψεις των παλιών κτηρίων που παρατηρεί από τα γεμάτα βροχή τζάμια του σαραβαλιασμένου λεωφορείου της γραμμής.
b_505X0_505X0_16777215_00_images_1718_szerelem-4.jpg
Από την άλλη ο σκηνοθέτης αντιμετωπίζει μετωπικά και ποιητικά το θέμα των γηρατειών στο πρόσωπο της μητέρας που ζει εγκλωβισμένη στη φορτωμένη από παλιά αντικείμενα κρεβατοκάμαρά της, παραμένοντας απαιτητική αν και μισοκοιμισμένη, καθώς περιμένει να φανεί η νύφη της που τις φέρνει λουλούδια και σοκολατάκια ενώ χτυπούν ασταμάτητα τα ρολόγια τοίχου που την περιστοιχίζουν. Όμως το πνεύμα της ταξιδεύει συνειρμικά. Ο Μακ βρίσκει αντισυμβατικές, νεωτεριστικές σκηνοθετικές λύσεις μέσα από σύντομες σφήνες πάνω σε αντικείμενα, παλιές φωτογραφίες ή φωτογράμματα, παγιωμένες εικόνες φευγαλέες και παραμορφωμένες, σαν πινελιές που παραπέμπουν σε άλλες εποχές (θυμίζοντας την τεχνοτροπία ενός Αλέν Ρενέ). «Έβρισκα ότι η ιστορία δεν ήταν αρκετά πλούσιαζ», διευκρινίζει ο σκηνοθέτης. «Όταν μεταφέρουμε ένα βιβλίο, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε το αυτονόητο, ότι η ταινία δεν έχει την ίδια δύναμη με τη λογοτεχνία σε επίπεδο αφήγησης. Ήθελα να προσθέσω κάτι. Στην περίπτωση της μάνας π.χ. θα ήταν ανιαρό να τη δείχνω απλά ξαπλωμένη στο κρεββάτι της. Ήθελα να εκφράσω τα όνειρά της, τα συναισθήματά της με τρόπο οπτικό.[...] Και γι’ αυτόν τον λόγο δεν υπάρχει γραμμική δομή σε επίπεδο μοντάζ».
Η ταινία του Κάρολι Μακ παραμένει ένα πολυσύνθετο και απέριττο έργο αντίστασης που συγκλονίζει ακόμα και σήμερα τόσο για την πολιτική του διάσταση, θαρραλέα και συγκρατημένη, όσο και για το ανάστημα του ρόλου της αγάπης και της ανιδιοτέλειας που εξυμνεί, κόντρα στη καταπίεση του ολοκληρωτισμού.
Εκθαμβωτικές είναι οι διάχυτες αποχρώσεις της ασπρόμαυρης φωτογραφίας του Γιάνος Τοτ. Η έξοχη Λίλι Ντάρβας (1902-1974), η μεγάλη κυρία του θεάτρου, αφού ξεκίνησε λαμπρά στη Βουδαπέστη τη δεκαετία του ’20, και κατόπιν συμμετείχε στο θίασο του σπουδαίου Μαξ Ράινχαρτ σε Βερολίνο και Βιένη, κατέφυγε στις ΗΠΑ το 1938 με το σύζυγό της, τον συγγραφέα Φέρεντς Μόλναρ όπου συνέχισε τη καριέρα της κυρίως στη σκηνή και την τηλεόραση. Η Αγάπη ήταν το κύκνειο άσμα της. Η ευαίσθητη Μάρι Τόροτσικ είναι μια από τις μεγαλύτερες και πολυβραβευμένες ερμηνεύτριες του Μαγυάρικου σινεμά (με πάνω από 150 ταινίες στο ενεργητικό της). Μοιράστηκε με την Λίλι Ντάρβας μια ειδική μνεία στο Φεστιβάλ Κανών 1971 ενώ η Αγάπη τιμήθηκε με το Βραβείο της Επιτροπής στο ίδιο Φεστιβάλ.

* Ο Μισέλ Δημόπουλος είναι κριτικός κινηματογράφου. Υπήρξε αρχισυντάκτης και διευθυντής του θρυλικού περιοδικού “Σύγχρονος Κινηματογράφος”, καλλιτεχνικός διευθυντής στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (1991-2004) και προγραμματιστής, μαζί με τον Γιάννη Μπακογιαννόπουλο, της Κινηματογραφικής Λέσχης στην κρατική τηλεόραση. Σήμερα δουλεύει σε εταιρεία παραγωγής κινηματογραφικών ταινιών, είναι μέλος της καλλιτεχνικής επιτροπής στο Lisbon & Estoril Film Festival και ιδρυτικό μέλος των βραβείων LUX του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Szerelem /Αγάπη (Károly Makk, 1971)