(Every you every me)
του Michael Fetter Nathansky
(κριτική: Ζωή- Μυρτώ Ρηγοπούλου)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2324_alle-die-du-bist.jpg

Όταν ο Πολ παθαίνει κρίση πανικού σε μια συνέντευξη για δουλειά, η Ναντίν τρέχει αμέσως να του συμπαρασταθεί, διαπιστώνει, όμως, με θλίψη για μια ακόμη φορά πως τα συναισθήματά της γι αυτόν έχουν αλλάξει. Οι ωραίοι τους καιροί, οι κοινοί αγώνες στο εργοστάσιο, το παιδί που έκαναν μαζί, το δικό της παιδί στο οποίο φέρεται ως εξαίρετος πατέρας, όλα όσα πάντα καμάρωνε επάνω του ξαφνικά δεν αρκούν. Κι ενώ προσπαθεί να νοιώσει όπως παλιά, η δυσθυμία κοντεύει να την καταπιεί κι η αγάπη μοιάζει να της γλιστράει συνεχώς απ’ τα χέρια
Στο Alle die du bust (Every you every me) του Michael Fetter Nathansky η περιρρέουσα ατμόσφαιρα δεν κάνει διόλου εύκολη την κατάσταση ανάμεσα στο ζευγάρι. Οι συνεχείς εργασιακές μάχες, η καθημερινή αβεβαιότητα κι η αυξανόμενη απληστία των εργοδοτών δημιουργούν ένα πιεστικό, απάνθρωπο περιβάλλον μέσα στο οποίο εκτός απ’ τη χαρά και την ασφάλεια, οι άνθρωποι χάνουν λίγο-λίγο και τον εαυτό τους. Η αγάπη δεν ανθίζει σε συνθήκες άγριου καπιταλισμού και το ίδιο συμβαίνει και με την ψυχική υγεία. Το κοινωνικοπολιτικό σχόλιο της ταινίας είναι σαφές, το ίδιο κι ο κοινωνικός ρεαλισμός της κινηματογράφησής της. Όμως η σκοτεινιά που ο σκηνοθέτης μας αφήνει να δούμε στην ψυχή της Ναντίν, έτσι όπως την αποτυπώνει στα χρώματα της ταινίας, στους γκρίζους χώρους και σ’ αυτό το αίσθημα παγίδευσης και κλειστοφοβίας που η ηρωίδα νοιώθει οφείλεται σε κάτι ακόμα πιο βαθύ κι εσωτερικό. Χάνοντας τον έρωτά της για τον Πολ, η Ναντίν ξε-ερωτεύεται μ’ έναν τρόπο την ίδια της τη ζωή, ολισθαίνει σ’ ένα άγχος κι ένα υπαρξιακό κενό που άνετα το περνάει κανείς και για καταθλιπτική διαταραχή -και εν μέρει είναι κιόλας. Η διαδικασία αυτή της ακούσιας απώλειας της αγάπης από μέσα μας, είναι λοιπόν το επίκεντρο της ταινίας αυτής, πέρα και πάνω από κάθε κοινωνικοπολιτικό σχόλιο, κι ο Nathansky βάζει την κάμερά του στην υπηρεσία της αποτύπωσης ψυχικών καταστάσεων που συμβαίνουν στην πρωταγωνίστρια και την βαραίνουν καθώς αδυνατεί να τις διαχειριστεί και να ξαναφέρει αυτό που θα ήθελε πίσω.
Η ομιχλώδης-ονειρική διάσταση των σκηνών της αφήγησης όπου η Ναντίν βλέπει τον Πολ ανάλογα με το πως τον βιώνει εκείνη την στιγμή ως ταύρο, ως παιδί, ως τον πιο νέο εαυτό του ή ως μια συμπονετική γριά γυναίκα που θυμίζει μητέρα, αποδίδουν την αδυναμία της να δει τον σύντροφό της όπως παλιά. Έτσι αντί για έναν επιθυμητό άνδρα, βλέπει μπροστά της διαφορετικές ιδιότητες που δεν την βοηθάνε όμως να τον ξαναερωτευτεί, όπως δεν την βοηθάνε κι οι αναδρομές στο κοινό παρελθόν τους. Ο κατακερματισμός αυτός, απόρροια της απώλειας της ικανότητάς της να τον αγαπά, την οδηγεί μ’ ένα τρόπο στην απώλεια επαφής και στον κατακερματισμό της ίδιας της αίσθησης του εαυτού της, όσο αρνείται να συνθηκολογήσει μ’ αυτό που της έχει συμβεί.
Το θέμα αυτό με το οποίο καταπιάνεται εδώ ο Nathansky, από μια σκοπιά που δεν το βλέπουμε συνήθως, αγγίζει ένα απ’ τα μυστήρια της ανθρώπινης ψυχής και δεν είναι τυχαίο που πάμπολλα τραγούδια, αλλά και μουσικά κομμάτια έχουν ασχοληθεί με το ζήτημα μια και η μουσική μπορεί ίσως να αποδώσει καλύτερα ως αίσθηση κάτι τόσο ρευστό και φευγαλέο. Στην ερώτηση «Γιατί έπαψες αγάπη να θυμίζεις;» όπως μας την τραγουδούν οι Πυξ Λαξ σπάνια υπάρχει ξεκάθαρη απάντηση – και είναι αμφίβολο ότι κι η Ναντίν θα βρει μια.

Φεστιβάλ Βερολίνου 2024