του Franco García Becerra
(κριτική: Ζωή- Μυρτώ Ρηγοπούλου)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2324_throught-rocks.jpg

Κάπου ανάμεσα στα σύννεφα και στα βράχια των περουβιανών Άνδεων ο οκτάχρονος Φελιτσιάνο, βόσκει τα αλπακά των γονιών του συντροφιά με τον καλύτερό του φίλο, το μικρό αλπακά Ρονάλντο, και το σκύλο του, Ράμπο. Παίζει με τη φύση, μιλά με το Ρονάλντο κι ελπίζει πως το Περού θα προκριθεί στην τελική φάση του Μουντιάλ στη Ρωσία. Λίγο πιο πέρα η εταιρεία που κατασκευάζει τ’ ορυχείο έχει αρχίσει να μολύνει τη λίμνη. Στο χωριό των γονιών του οι κάτοικοι λιγοστεύουνε κι η κτηνοτροφία κινδυνεύει να εγκαταλειφθεί, καθώς κάποιοι αγρότες έχουν ήδη πουλήσει τη γη τους στην εταιρεία κι όσοι αντιστέκονται πιέζονται με διάφορους τρόπους.
Μαγευτικά τοπία που καθηλώνουν με την άγρια, ανέγγιχτη ομορφιά τους, υποβλητική μουσική-σχολιασμός στα δρώμενα και τα συναισθήματα, μη επαγγελματίες ηθοποιοί που θα τους ακούσουμε στην γλώσσα των Ίνκας και μια ιστορία τόσο παλιά όσο κι η απληστία που απειλεί τη φύση και τους ανθρώπους, είναι τα βασικά συστατικά του πολύ καλού Through rocks and clouds του Franco García Becerra. Ανθρωποκεντρικά, μινιμαλιστικά και άμεσα, η κάμερα υιοθετεί την οπτική γωνία του παιδιού (απόλυτα φυσική η ερμηνεία του μικρού πρωταγωνιστή και εξαιρετική η απόδοση της φιλίας του με το γλυκύτατο, μικρό αλπακά) δημιουργώντας εικόνες γεμάτες λυρισμό και ζωή, αποστασιοποιείται, όμως, κάποιες στιγμές για να κάνει σαφέστερο τον κοινωνικό ρεαλισμό της. Ο κίνδυνος που η εταιρεία συνιστά για το περιβάλλον, την επιβίωση, αλλά και τη συνοχή της αυτόχθονης κοινότητας είναι διαρκώς παρόν στην ταινία κι εξισορροπείται ως αίσθηση με το γήινο λυρισμό μιας κινηματογράφησης-ύμνο στη φύση και με τον τρόπο που η φαντασία του μικρού παιδιού τον αποδίδει σ’ ένα υπερφυσικό ον, τον «πατέρα του νερού», Auki Tayta, με τον οποίο θεωρεί πως μπορεί να υπάρξει κάποιου είδους συνεννόηση και νίκη. Την ανάγκη αυτή της απόδρασης απ’ το ανέλπιστο -προβληματική με την οποία παίζει υπόγεια όλη η ταινία- φανερώνει και ο τρόπος που παρουσιάζεται το ποδόσφαιρο στην αφήγηση θυμίζοντάς μας την δύναμη που ασκεί το άθλημα αυτό στον ανθρώπινο ψυχισμό, ατομικά και συλλογικά, δημιουργώντας ελπίδα μέσα από νίκες κυριολεκτικές, που, όμως, αποκτούν εσωτερική, συμβολική σημασία.
Η απόφαση του σκηνοθέτη να συνηγορήσει στο τέλος προς μια αισιοδοξία που δεν είναι εκείνη των καταστάσεων, αλλά της ανάγκης του ανθρώπινου πνεύματος να διαφεύγει απ’ την απελπισία, γλιτώνει το θεατή απ’ τα δύσκολα μιας πιο ρεαλιστικής κορύφωσης, αφαιρεί, όμως, κάτι απ’ τη δύναμη της ταινίας. Μένει, ωστόσο, το ωραίο ταξίδι και σκηνές σαν κι αυτή που το μικρό παιδί ονειρεύεται πως παίζει μπάλα με τους φίλους που λείπουνε ή η στιγμή που ξαναβρίσκει το μικρό αλπακά, αλλά κι η υπενθύμιση-προειδοποίηση πως οι άνθρωποι για να μην τα παρατήσουν χρειάζονται ελπίδα.

Φεστιβάλ Βερολίνου 2024