(Η Πωλίν στην πλαζ)
του Éric Rohmer
(το σχόλιο της Μαρίας Γαβαλά)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2021_pauline-a-la-plage.jpg

Ο ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ ΚΑΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ. Σχετικά με την ταινία του Ερίκ Ρομέρ «Η Πωλίν στην πλαζ», 1982, τρίτη στη σειρά των ιστοριών της ενότητας «κωμωδίες και παροιμίες», και με μότο τη ρήση του Chrétien de Troyes «Qui trop parole, il se mesfait-όποιος λέει πολλά λόγια, φθείρει τον εαυτό του».
Μια, επίσης, καλοκαιρινή ιστορία διακοπών, επικεντρωμένη στην επιτήδευση, την επιδεικτικότητα, την προσποίηση, το ψέμα, τη συναισθηματική μεταμφίεση, την υποκρισία, τη φιλαρέσκεια, την αυταρέσκεια και τη ματαιοδοξία, χαρακτηριστικά γνωρίσματα των αλλοπρόσαλλων ανθρώπων που επιδιώκουν, διαρκώς, να γίνονται αρεστοί στον περίγυρό τους. Μια ταινία, λοιπόν, πάνω σε ήρωες που στερούνται εξυπνάδας και αυθεντικής γοητείας, συχνά στα όρια της απόλυτης ελαφρότητας (βλ. και ηλιθιότητας), και οι οποίοι το μόνο που καταφέρνουν είναι να γίνονται ενοχλητικοί, ακόμη και μισητοί. Εδώ έχουμε το αποκορύφωμα κάποιων ελαττωμάτων και αδυναμιών ή σκοτεινών σημείων του χαρακτήρα προηγούμενων ηρώων στη φιλμογραφία του Ρομέρ. Είναι η παριζιάνα φλύαρη και φιγουρατζού σχεδιάστρια μόδας Μαριόν-ένα γυναικείο σκαρίφημα, κάτι μεταξύ χλομής σκιάς της Μπριζίτ Μπαρντό κι ενός βαρετού pin-up girl (έξοχα ερμηνευμένη από την Αριέλ Ντομπάλ), o αφόρητα ζηλιάρης, κτητικός και χολερικός Πιερ (σκιτζής στους χειρισμούς, τόσο μιας ιστιοσανίδας, όσο και των ερωτικών του υποθέσεων), ο ωραιοπαθής εθνολόγος Ανρί (κακέκτυπο τυχοδιώκτη-σαμουράι του φλερτ και του σεξ, ένας περιφερόμενος λιμοκοντόρος, τυλιγμένος σε κιμονό) και η πλανόδια πωλήτρια ζαχαρωτών και φιστικιών Λουιζέτ (μια ερωτική σουσουραδίτσα των πλαζ). Ακόμη, δύο δεκαπεντάχρονα παιδιά, η Πωλίν και ο Σιλβάν, που παίρνοντας ένα καλό μάθημα από την παιδαριώδη συμπεριφορά των ενηλίκων της παρέας, επιχειρούν, επιτυχώς ενίοτε, να αποτινάξουν την παιδικότητά τους, να δουν τα πράγματα καθαρά, και να πατήσουν σε ασφαλέστερο έδαφος συναισθηματικής ωριμότητας. Ξεμπροστιάζοντας (μέσω μιας θεατρινίστικης μεθόδου που ευθέως παραπέμπει σε Μαριβώ) αυτές τις παραπαίουσες καρικατούρες και τις ίντριγκές τους, ο Ρομέρ κατορθώνει, άλλη μια φορά, να βγάλει στην επιφάνεια κρυμμένα στοιχεία, απαραίτητες ψηφίδες που συνθέτουν την άλλη, την κρυμμένη πλευρά της αλήθειας, και του βάθους της αβύσσου της ανθρώπινης ψυχής. Μέσα από, επί τούτου, αέρινα, μαλακά και πολύχρωμα υλικά (συνοδευόμενα από τα σκληρά εργαλεία του σαρκασμού και της χλεύης), μέσα από την ελαφρότητα της έκθεσης σωμάτων σε ανάλογες "ατμοσφαιρικές" συνθήκες (τέλος καλοκαιριού, κοσμοπολίτικες πλαζ, παραθαλάσσιες βίλες, φουντωτές ορτανσίες…) Κι ας μη γελιόμαστε: πίσω απ’ όλη αυτήν την επιεική ανεκτικότητα και έλξη προς το σκέρτσο, υπάρχει ένα στοχαστικό, αιχμηρό μάτι κι ένα ακόμη πιο κοφτερό μαχαίρι που ανατέμνει υπομονετικά, επίμονα, χειρουργικά, αυτό που ονομάζουμε, περιληπτικά και σχηματικά, ανθρώπινη συνθήκη, ανθρώπινη συμπεριφορά και καθημερινή υπαρξιακή περιπέτεια. Αρκεί να ακολουθήσουμε την πορεία που χαράσσει το νυστέρι του μεθοδικού καλλιτέχνη (του φιλόσοφου/ποιητή) και να δεχτούμε να τρυπώσουμε στο βάθος της ρωγμής και της λεπτομερούς κατάδειξης. Η αργή επώαση των «αυγών της μύγας» (σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Βολταίρου για τη λογική του Μαριβώ), περιλαμβάνει το επιμελώς κεκρυμμένο. Έτσι και σκάσουν, όμως, μπορεί να αναδείξουν μέχρι και τρομακτικά θηρία, όχι απλώς ακίνδυνα έντομα. Ο Ρομέρ, άλλη μια φορά, μας ζητά, με επιτήδειο τρόπο, αν θέλουμε, να είμαστε εμείς, οι θεατές, αυτοί που θα συμπληρώσουμε το παζλ, στις επουσιώδεις λεπτομέρειές του. Ο ίδιος το κλείνει με ένα «συμφωνώ απολύτως» της εφήβου Πωλίν, που αποδεικνύεται μακράν η πιο έξυπνη της ιστορίας, αφήνοντας τους ανήλικους μεγάλους της παρέας να παραδέρνουν στα κύματα της ματαιοδοξίας και της πλάνης τους.
Την ταινία τη βλέπουμε στο Cinobo.

(Πρώτη δημοσίευση ανάρτηση στο facebook)