(Επιστάτης Σάνσο)
του Kenji Mizoguchi
b_505X0_505X0_16777215_00_images_1718_sansho-dayu.jpg

Μεγαλειώδες ουμανιστικό σινεμά με στοιχεία ελληνικής τραγωδίας το «Επιστάτης Σάντσο» λογίζεται δικαίως ως ένα από τα καλύτερα έργα του μεγάλου «φεμινιστή» σκηνοθέτη Mizoguchi. Η έμφαση στη «μοίρα» της γυναίκας στην Ιαπωνία τόσο στα έργα εποχής όπως αυτό, όσο και στα σύγχρονά του, δεν υιοθετεί την πορεία του φεμινιστικού κινήματος στη Δύση, αν και σε άλλες του ταινίες υπάρχουν αρκετές τέτοιες ομοιότητες. Στην περίπτωση όμως του «Επιστάτη Σάντσο» η καταπίεση και η σκλαβιά τίθενται σχεδόν συμμετρικά για τα δύο φύλα με τους άνδρες να υποφέρουν από το φεουδαρχικό σύστημα και από τον σκληρό επώνυμο επιστάτη εξίσου και σίγουρα πιο παραστατικά.
Γόνος ενός φωτισμένου κυβερνήτη, ο Zushiu μαζί με την μικρότερη αδελφή του Anju και τη μητέρα τους Tamaki (την υποδύεται η πολύ σπουδαία Kinuyo Tanaka) φεύγουν νύχτα από το προστατευμένο περιβάλλον ευγενικής τους καταγωγής, αφού ο κυβερνήτης και πατέρας τους εξορίζεται και αντικαθίσταται λόγω των μεταρρυθμιστικών του ιδεών που δε συνάδουν με τις εγκαθιδρυμένες ιεραρχίες. Έχοντας γαλουχηθεί από τον πατέρα τους στη φυσικοδικαϊκή αντίληψη περί ισότητας των ανθρώπων και με την ηθική προσταγή να θεμελιώνεται στον οίκτο για τους άλλους, ο Zushiu θα αποχωριστεί από το πατρικό περιβάλλον βιαίως μαζί με την αδελφή του τη μάνα του (σφύζει από λυρισμό και δύναμη η σεκάνς παραπλάνησής τους το ξημέρωμα με πανέμορφα πλάνα της ακτής και τα πριάρια να σείονται από τα παρακάλια της Tamaki) και θα πουληθούν ως σκλάβοι στον αδίστακτο επιστάτη Sansho, δουλεύοντας στο τιμάριο με τον προβλεπόμενο καταμερισμό εργασίας ανά φύλο.
Ο Mizoguchi πλάθει μια αφήγηση βασισμένη σε χρονικά άλματα με τα δυο παιδιά έτοιμα να λυγίσουν από την αξιακή κληρονομιά του πατέρα (ο Zushiu έχει υιοθετήσει σχεδόν εξ ολοκλήρου τον κυνισμό και εγωισμό που θα του αποφέρει κάποια εύνοια στη κόλαση που ζει). Η σταδιακή αποδόμηση της εξουσίας του Sansho (υπέροχος «κακός» ο επίσης μόνιμος ηθοποιός του Mizoguchi, Eitarô Shindô) αρχίζει από την κατά το ήμισυ επιτυχημένη απόπειρα δραπέτευσης. Εδώ ο Mizoguchi φιλμάρει τη φύση μέσα από τα κρυστάλλινα πλάνα που προσφέρει απλόχερα η κάμερα του Miyagawa και παραδίδει στο κινηματογραφικό στερέωμα σπάνιας αρτιότητας κάδρα, όπως εκείνο, το στατικό της φύσης, με τις στάλες νερού να στάζουν από τον κορμό που «δακρύζει» και αυτή την κάθετη «κίνηση» ζωής στο εξαιρετικά καλαίσθητο πλάνο να την αναστατώνει σα σίφουνας ο Zushiu τέμνοντας οριζόντια την αστραφτερή αναλαμπή του υγρού στοιχείου. Σα δάκρυ λοιπόν το νεράκι που σταλάζει, προαναγγέλλει το θηλυκό «στοιχείο» της απούσας αδελφής (άλλη μεγάλη του ιαπωνικού σινεμά η όμορφη Kyôko Kagawa) και της αυταπάρνησής της στη μετέπειτα «ένωσή» της με το νερό· σκηνή που σκιαγραφείται σε εκείνους τους μνημειώδεις εικαστικά ομόκεντρους κυματισμούς σε μια από τις πιο βουδιστικές εικόνες σε ολόκληρη τη φιλμογραφία του Mizoguchi.
Υπάρχουν κι άλλες εξαιρετικής σύλληψης και εκτέλεσης εικόνες σε αυτό το δίωρο δράμα, όπως η παροιμιώδης σκηνή του φευγιού της λειψής οικογένειας μέσα στις καλαμιές ή αυτή της παράλληλης αφήγησης με τον  Zushiu και την ετοιμοθάνατη υπηρέτρια στη πλάτη του μέσα στο κατάφυτο δάσος, «δεμένο» οπτικά με τη μοίρα μιας άλλης «κατάκοιτης», της τυφλής πια Tanaki στη πλάτη ενός χωρικού, προκειμένου εκείνη να απευθυνθεί στο πέλαγος αναζητώντας τα χαμένα της παιδιά.
Η «αφύπνιση» του Λόγου (προέρχεται κυρίως από τη θηλυκή συμπόνια και θυσία της Anju) –την έχει αναγγείλει ως ιστορικό αίτημα ο αφηγητής στη πρώτη σκηνή– θα τελεστεί με κόπο, βία αλλά και τραγική απροσδιοριστία στα παιχνίδια της Μοίρας τα οποία ενσταλάζουν την κατάλληλη δόση επιβράδυνσης στην πορεία προς την αυτονομία και την επανένωση, έτσι ώστε η πρώτη να διατηρεί αρκετά αμφίσημα χαρακτηριστικά (το εορταστικό όργιο των απελευθερωμένων σκλάβων στον οίκο του Sansho) και η δεύτερη να μένει καταδικασμένη στις επιβλητικές συνθήκες του (κοινωνικού) περιβάλλοντος σαν το τσουνάμι που σάρωσε ψυχές και σπίτια στο νησί Σάντο, εκεί όπου κατοικεί η στωικότητα και η θαλπωρή της συμπόνιας ως μοναδικό ανάχωμα.
Με μυθικά τράβελινγκ και όγκο μπροστά στη κάμερα, ο Mizoguchi δημιουργεί ένα αριστούργημα έξοχου ρυθμού και ηθικής πυκνότητας για το φλογερό πάθος της ανθρώπινης αυτονομίας και χειραφέτησης!  

Σπύρος Γάγγας

Sanshō Dayū / Sansho the Bailiff (Kenji Mizoguchi, Japan, 1954)