(το σχόλιο της Μαρίας Γαβαλά)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2122_cont-d-ete.jpg

Από τη βουλιμική Αϊντέ (1966) στην ανορεξική Λενά (1996). Από τη «Συλλέκτρια», 1966, και την εφηβική ελευθεριότητα του ’60, στις «Ιστορίες του καλοκαιριού», 1996, και τον μετεφηβικό σκεπτικισμό και συντηρητισμό του ’90. Με τη μεσολάβηση τριάντα χρόνων, πόσες οι ομοιότητες και ποιες οι διαφοροποιήσεις μεταξύ των δύο ταινιών; Και οι δύο ρομερικές αφηγήσεις τοποθετούνται σε καλοκαιρινή περίοδο διακοπών. Ο Αντριέν της παλαιότερης ιστορίας (με επίκεντρο τις σχέσεις έρωτα και αισθητικής), στο Saint-Tropez, πλέκει το εγκώμιο του «να μην κάνει κανείς κάτι». Απολύτως τίποτα. Απραξία σε βάθος. Ένας λήθαργος τον οποίο προεκτείνει η θάλασσα. Παθητικότητα. Εθελούσια απόλυτη απομάκρυνση. Στην πραγματικότητα, οι ήρωες κάνουν όσα δεν χωρά ανθρώπου νους: η Αϊντέ, ένα μυστηριώδες πλάσμα/όμορφο συλλεκτικό αντικείμενο, που αρνείται ότι συλλέγει άντρες, μοχθεί περιδινούμενη σε ένα καλοκαιρινό ερωτικό μεθύσι, ψάχνοντας επίμονα «να βρει κάτι». Ο ζωγράφος Ντανιέλ κοπιάζει, αραχτός σε ξαπλώστρες, προσβάλλοντας με κυνισμό την Αϊντέ («είσαι ασήμαντη, εντελώς άχρηστη, μια ελαφρόμυαλη χωρίς ηθική»). Ο Αντριέν ιδροκοπά ξεδιπλώνοντας τη μακιαβελική πλευρά του χαρακτήρα του και τη ροπή του προς την τεμπελιά και τον παρασιτισμό. Και οι τρεις υποστηρίζουν με πάθος το αντίθετο από αυτό που υποστηρίζουν οι συγκάτοικοί τους, κάτι που είναι επίσης επίμοχθο. Με το αμείλικτο ερώτημα να αιωρείται στο κενό: αγαπάμε κάποιον επειδή τον βρίσκουμε όμορφο ή τον βρίσκουμε όμορφο επειδή τον αγαπάμε;
Τριάντα χρόνια μετά, κανένα από τα νεαρά και όμορφα πρόσωπα της μεταγενέστερης ταινίας (Γκασπάρ, Μαργκό, Σολέν και Λενά) δεν είναι οπαδός της απραξίας ή του παρασιτισμού. Σπουδάζουν, δουλεύουν σε μόνιμες ή εποχιακές εργασίες, ασχολούνται με τη μουσική, με την εθνολογία, με τον αθλητισμό, με τις περιπατητικές ενδελεχείς συζητήσεις περί έρωτος, χωρίς να τους ταλαιπωρούν διλήμματα αισθητικής, και μες στο ομιχλώδες διάστημα (δες και την παλίρροια των ακτών της Άνω Βρετάνης) που εμποδίζει την αποσαφήνιση και αποκρυστάλλωση της ερωτικής επιθυμίας τους, χορεύουν και τραγουδούν, περπατούν και συζητούν, φλερτάρουν και έλκονται μεταξύ τους ερωτικά, πλην όμως δεν κάνουν έρωτα. Ο χαμένος χρόνος ή το χαμένο καλοκαίρι μιας νιότης που περιπλέει κάβους και προσκρούει σε σκοπέλους… «Οι ιστορίες του καλοκαιριού», μια μελαγχολική ταινία πάνω στο ανεκπλήρωτο, όπως άλλωστε και η «Συλλέκτρια» ήταν μια σκοτεινή, αινιγματική, ταινία πάνω στην αμφιθυμία, τη ροπή προς την ίντριγκα, την διπροσωπία και τον καμουφλαρισμένο συντηρητισμό. Όπως και πάνω στο να μην ξέρει κανείς τι να κάνει την ελευθερία του ή την προσωπική του αυτοδιάθεση, ακόμη και όταν τις έχει κερδίσει μετά από επίμονες διαβουλεύσεις με τον εαυτό.(Cinobo, Mubi, etc.)

(Πρώτη δημοσίευση ανάρτηση στο facebook)