της Μαρίας Γαβαλά
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2223_tar.jpg

Αναρωτιέμαι, βλέποντας ταινίες όπως οι ακόλουθες, με προσεκτική επιλογή, «Απόφαση φυγής- Decision to Leave» του Παρκ Τσαν-γουκ, «Η χώρα του Θεού- Vanskabte Land» του Χλίνουρ Πάλμασον, «Τα πνεύματα του Ινισέριν» του Μάρτιν ΜακΝτόνα, «Close» του Λούκας Ντοντ, «Tár» του Τοντ Φιλντ, «Οι δύο όψεις του ξυραφιού- Avec amour et acharnement» της Κλαιρ Ντενί… Αναρωτιέμαι, λοιπόν, κατά πόσο αυτές οι βραβευμένες και πολυσυζητημένες ταινίες είναι αριστουργήματα ή έστω εξαιρετικές ταινίες, όπως διαβάζω δεξιά αριστερά, –τις περισσότερες φορές, με εντελώς ατεκμηρίωτο τρόπο οι εγκωμιασμοί. Διατηρώ πολλές επιφυλάξεις, παρά το γεγονός ότι δέχομαι πως πρόκειται για ταινίες με πολλά προτερήματα: θα πρέπει να είναι κανείς τυφλός για να μην βλέπει τις αρετές. Επιδέξια σκηνοθεσία, εξίσου εντυπωσιακή θεματολογία, λιγότερο εντυπωσιακά και με εξόφθαλμα προβλήματα, όμως, σενάρια, άψογες κατασκευές από τεχνική άποψη, ικανότατοι επί μέρους συντελεστές, εξαιρετικές ερμηνείες ηθοποιών –μερικοί από τους οποίους είναι σταρ μεγάλου διαμετρήματος. Κοινό χαρακτηριστικό: οι περισσότερες από αυτές τις ταινίες, σε καλωσορίζουν με την εξής επιγραμματική ουβερτούρα. «Κοιτάξτε, πόσο μαέστροι του σινεμά είμαστε» (π.χ. το «Decision to Leave»), ενόσω ο σκηνοθέτης μας βγάζει την ψυχή, με ψάρια, με ρόδια και με κάθε λογής τσαλιμάκια, μέχρι να σημάνει η μεγαλειώδης, πράγματι, οπερατική σκηνή της φυγής της ηρωίδας μες στη μάνητα της φουσκονεριάς. «Ανοίξτε μάτια και αυτιά, ρουθούνια κυρίως, προκειμένου να συλλάβετε την ωκεάνια μυρωδιά αυτού που στην καλλιτεχνική πιάτσα ονομάζεται “διαθέτω όλο το πακέτο προκειμένου να διακριθώ” (η ταινία του ΜακΝτόνα, π.χ.)». Και διακρίνονται, βεβαίως, διότι αυτό είναι το ζητούμενο. Μια ταινία, όπως το «Tori et Lokita» των αδελφών Νταρντέν, με αυτή τη λογική, θα χαρακτηρισθεί “λίγη”, κατώτερη της προηγούμενης δουλειάς τους, “ευκολάκι” στην τελική. Το ότι είναι μια συνεπής συνέχεια στην αλυσίδα του έργου των δύο καλλιτεχνών, δεν το είδα να πολυφαίνεται στις περισσότερες εκτιμήσεις, που ήρθαν στο φως της δημοσιότητας – και φυσικά, η ταινία πέρασε σαν γρήγορη σκιά, δεύτερη βδομάδα δεν την έβρισκες στις αίθουσες. Ενδεχομένως, πολύ απλά, θα ’πρεπε να είμαστε περισσότεροι φειδωλοί όσον αφορά τα εγκώμια, περισσότερο συγκρατημένοι ως προς τον ενθουσιασμό μας, με το σκεπτικό ότι καμιά σύγχρονη ταινία, και όχι μόνο όσες προαναφέρθηκαν, δεν καταξιώνεται ως αριστούργημα, αν προηγουμένως δεν σκοντάψει πάνω στα πρότυπά της, και δεν αναμετρηθεί μαζί τους. Για παράδειγμα, αν θες να μιλήσεις ενδελεχώς για τη σιωπή του Θεού, πρέπει να περάσεις μέσα απ’ το μάτι της βελόνας, την οποία κρατάνε τα μαγικά δάχτυλα του Μπέργκμαν, και για να τρέξεις παράλληλα με τον μυστικιστικό κόσμο του Ντράγερ, οφείλεις να ξεχάσεις τις ευκολίες της μεθόδου του National Geographic. Θα μου πει κάποιος, αυτές είναι πολύ «προχώ θέσεις». Ο κόσμος πάει σινεμά για να ευχαριστηθεί η ψυχούλα του. Όμως, το καλοστημένο «άμεσα αντιληπτό», όσο κι αν μας είναι εύκολα προσεγγίσιμο και οικείο, τις περισσότερες φορές επιζητεί μελετημένη υποστύλωση, απ’ τα ενδότερά του κυρίως, προκειμένου να σταθεί γερά στα πόδια του. Καλόν είναι να τα συζητάμε, πότε πότε, αυτά τα ζητήματα. Μπορεί κάποιοι να δικαιώνονται περίτρανα (με υπερβολική δημοσιότητα, ηχηρές επιβραβεύσεις, πρωτιές στα box office) αλλά, εκ παραλλήλου, κάποιοι άλλοι, αδικούνται κατάφωρα. Δυστυχώς, αυτά τα δύο είναι αλληλοεξαρτώμενα, και ο θρίαμβος του ενός εύκολα γίνεται το χαντάκωμα του άλλου. Πάνω σε τι στηρίζω αυτή τη διαδικασία επιβάρυνσης; Στο ότι σε έναν χώρο, όπως αυτός του κινηματογράφου, όλα περιστρέφονται, δυστυχώς, σε μια μοναδική πίστα, και ετεροπροσδιορίζονται. Οι πολλές φωταψίες και τυμπανοκρουσίες κερδίζουν τη μερίδα του λέοντος, ενόσω ο χαμηλός φωτισμός γίνεται η ανελέητη καταβόθρα για όλα τα ήρεμα, χαμηλότονα, διόλου φανταχτερά, τόσο όμως αληθινά, καλλιτεχνικά δημιουργήματα.

(πρώτη δημοσίευση στο Facebook)