του Μισέλ Δημόπουλου
b_505X0_505X0_16777215_00_images_1920_ivan-passer.jpg

Διακριτικά έφυγε από τη ζωή στις 9 του Γενάρη του 2020, ο Ίβαν Πάσερ/ Ivan Passer (1933-2020), αυτός ο σημαντικότατος δημιουργός που σημάδεψε το Νέο Τσέχικο Κινηματογράφο της δεκαετίας του ’60 με μια και μόνο ταινία το «Διακριτικό Φωτισμό»(1965). Το ξαναείδαμε πέρσι στις Νύχτες Πρεμιέρας στο πλαίσιο του θαυμάσιου αφιερώματος για το καθοριστικό αυτό ρεύμα. Πρόκειται για ένα απρόβλεπτο επαρχιακό χρονικό που κυλάει με λυρισμό, χιουμοριστικές πινελιές και λεπτές αποχρώσεις στο ρυθμό της ίδιας της ζωής, στον παλμό μιας χειροπιαστής καθημερινότητας χωρίς εντάσεις και δραματικές κορυφώσεις. Η ταινία γυρίστηκε χωρίς επαγγελματίες ηθοποιούς σ’ ένα χωριουδάκι της επαρχίας όπου μοιάζει να μη συμβαίνει τίποτα: περνάει ο χρόνος, φεύγουν τα νιάτα, μένουν μοναχά φευγαλέες ματιές, απροσδιόριστα γέλια, μετέωρες χειρονομίες, σαν νότες σκόρπιες σ’ έναν ελεύθερο μουσικό αυτοσχεδιασμό. Ένα αβίαστο νεωτεριστικό αριστούργημα, μινιμαλιστικό και μαγευτικό με την απλότητα του, που σίγουρα ενέπνευσε το «Παστοράλε» του υπέροχου Γεωργιανού Ιοσελιάνι δέκα χρόνια αργότερα. Καμία σχέση φυσικά με τα σοσιαλιστικά αισθητικά ιδανικά του καθεστώτος Νοβότνι στη Πράγα. Άλλωστε λόγω αυτής της ελευθερίας στη σύλληψη και στην κατασκευή, η ταινία θα καταλήξει για δυο δεκαετίες στα ράφια της λογοκρισίας.
Κολλητός φίλος και σεναριογράφος του Μίλος Φόρμαν, ο Ίβαν Πάσερ μερικούς μήνες μετά την εισβολή των σοβιετικών τανκς στην Πράγα το 1968, παίρνει την απόφαση να το σκάσει μαζί του από τη χώρα.
Στις ΗΠΑ όπου καταφεύγουν, οι δρόμοι τους χωρίζουν. Πιο καπάτσος, πιο πεισματάρης, ο Φόρμαν καταφέρνει να προσαρμοστεί στο ανερμάτιστο τότε μηχανισμό του νεο-χόλιγουντ και να χτίσει μια δεύτερη καριέρα σπαρμένη με επιτυχίες. Όμως ο Πάσερ από φύση πιο συγκρατημένος και διακριτικός, συναντάει πολλές δυσκολίες να επιβάλλει το όραμα του για την τέχνη του. Θα γυρίσει ένα κάπως ετερόκλητο σύνολο ταινιών (καμιά δεκαριά συν μερικές τηλεταινίες), μεταξύ αυτών και ορισμένες παραγγελίες, με περιορισμένο μπάτζετ και όχι πάντα πρωτοκλασάτους ηθοποιούς. Πολλές από τις ταινίες αυτές γνώρισαν μέτρια επιτυχία και περιθωριακή διεθνή διανομή (π.χ. στην Ελλάδα δεν προβλήθηκαν οι περισσότερες). Ξεχωρίζω ωστόσο τρεις τίτλους, το αξιόλογο και πρωτότυπο φιλμ νουάρ «Born to Win» (1971), το «Law and Disorder» (1974) μια παράξενη σάτιρα με ξεκαρδιστικές στιγμές, και κυρίως το «Cutter’s Way» (1981) ένα είδος πολιτικού θρίλερ δωματίου με μεταφυσικές διαστάσεις και μελαγχολική ματιά στην αποκαρδιωμένη και ηθικά εξαθλιωμένη χώρα που έχασε τον πόλεμο και ζει τότε την άλλη όψη του κάποτε δοξασμένου ονείρου. Οι αντιήρωες λούζερ (Τζεφ Μπρίτζες, Τζον Χερντ) με νωπά τα τραύματα τους -τόσο χαρακτηριστικοί της δεκαετίας του ’80 - σέρνουν ένα χορό θανάτου που ο ανήσυχος Πάσερ αποδίδει δημιουργικά μακρυά από τις συμβάσεις που καθορίζουν το είδος. Μια ταινία που με το χρόνο έγινε καλτ και γνώρισε μια αναγέννηση με τη βιντεοκασέτα και το dvd (δεν προβλήθηκε ποτέ εμπορικά στη χώρα μας, παρά μόνο στην τηλεόραση και στις Νύχτες Πρεμιέρας προ ετών).
Τα τελευταία χρόνια δίδαξε σινεμά σε Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας.
Οφείλω τέλος να πω για την ιστορία ότι αυτός ο μειλίχιος δημιουργός, υπόδειγμα συγκρότησης και ηθικού αναστήματος, είχε περάσει από τη Θεσσαλονίκη ως πρόεδρος της Διεθνούς Κριτικής Επιτροπής το 1997.

(Πρώτη δημοσίευση ανάρτηση στο facebook)