της Μυρσίνης Αριστείδου
(κριτική: Ζωή- Μυρτώ Ρηγοπούλου) ![]()
Η Ίρις είναι 11 χρονών, ατίθαση και πανέξυπνη, κι όλο μπλέκεται σε σκανταλιές με τη μεγαλύτερη ηλικιακά καλύτερή της φίλη. Μια απ’ αυτές θα γίνει αιτία να ξαναδεί μετά από χρόνια τον πατέρα της. Μικροαπατεώνας, αεριτζής και παραδόπιστος, ο Άρης, δεν νοιώθει πατέρας για τα δύο του παιδιά κι αδιαφορεί εντελώς που η Ίρις θέλει να τον γνωρίσει. Ήρθε στην πόλη μόνο για την κηδεία του πατέρα του κι αφού πουλήσει κάποια πράγματα θα φύγει. Κι όσο εκείνη επιμένει να τον αναζητά, τόσο εκείνος την χρησιμοποιεί για να πουλάει ευκολότερα την πραμάτεια του κι αθετεί συνεχώς τις μικρές υποσχέσεις του απέναντί της. Μοιάζουν όλα ανέλπιδα, πόσο μάλλον που χρωστάει κι ήρθε πια η ώρα να φύγει.
Ταινία λαμπερών ερμηνειών κατ’ αρχάς, το Κράτα με της Μυρσίνης Αριστείδου, διαθέτει ένα ισάξια εξαιρετικό πρωταγωνιστικό δίδυμο, την μικρή Μαρία Πέτροβα ως Ίριδα και τον Χρήστο Πασσαλή ως Άρη. Η σύμπραξή τους δύσκολα θ’ αφήσει κάποιον θεατή αδιάφορο ή ασυγκίνητο, όπως φάνηκε ήδη στο Φεστιβάλ Σάντανς 2026 όπου κέρδισε το βραβείο κοινού του διαγωνιστικού τμήματος διεθνούς μυθοπλασίας. Η σιλουέτα και το πρόσωπο του κοριτσιού είναι στο επίκεντρο της αφήγησης και της κάμερας, γίνονται ο βασικός καμβάς πάνω στον οποίο η σκηνοθέτρια περνά όλα τα συναισθήματα της ταινίας. Η λαχτάρα της να συνδεθεί με τον πατέρα της, την κάνει ν’ αψηφά κάθε κίνδυνο, μια και κανένας κίνδυνος δεν είναι τόσο μεγάλος όσο αυτός του να τον χάσει πάλι -κι αυτό είναι το καύσιμο που τροφοδοτεί την εξέλιξη όλης της ιστορίας. Τελευταίο μέρος της τριλογίας της Αριστείδου για τις σχέσεις κόρη-πατέρα, μετά τις μικρού μήκους Σεμέλη και Άρια, το Κράτα με διαθέτει πλοκή πειστική κι ο μικρόκοσμος μέσα στο οποίο κινείται το κορίτσι μοιάζει συγκεκριμένος. Ταυτόχρονα, όμως, η αφήγηση κατορθώνει να λειτουργήσει αναζωογονητικά -συναίσθημα που έτσι κι αλλιώς νοιώθει κανείς βλέποντας την ταινία- κι ως παραμύθι/παραβολή που μιλά, φροϋδικά σχεδόν, για μια πιο οικουμενική, αρχετυπική ανάγκη. Αυτήν του γυναικείου ψυχισμού που χρειάζεται το πατρικό στοιχείο για να συγκροτηθεί κι όταν υποφέρει από την έλλειψή του μπορεί να κάνει πολλά, κάτι που η τέχνη από την Ηλέκτρα του Σοφοκλή μέχρι το Λεόν του Μπεσόν και το Miracle in Cell no. 7 του Lee Hwan-kyung, δεν έχει σταματήσει με διάφορους τρόπους να μας θυμίζει.
Η επιμονή κι η μεγάλη ψυχική ανθεκτικότητα της Ίριδας συμβολίζουν, όμως, για την Αριστείδου όπως έχει πει και κάτι ακόμα, εξίσου σημαντικό και συγκινητικό. «Την ίδια την Κύπρο: μικρή, συχνά παραγνωρισμένη, σημαδεμένη από απουσίες, αλλά αποφασισμένη να επανασυνδεθεί και να σταθεί ξανά στα πόδια της».
Οι αντιθέσεις ανάμεσα στη ζωτικότητα και τη φθορά που επανέρχονται με διάφορους τρόπους στην ταινία -την πλοκή της οποίας εκκινεί έτσι κι αλλιώς μια κηδεία- δείχνουν υπόγεια και τη διαφορά ανάμεσα στο ένστικτο της ζωής που θέλει σύνδεση και σ’ αυτό του θανάτου που παραιτείται. Τα ωραία παραθαλάσσια τοπία κι ο ήλιος του καλοκαιριού έρχονται έτσι σ’ αντίθεση με το παρατημένο ναυπηγείο και τα φθαρμένα, χαλασμένα αντικείμενα, κατ’ αναλογία σχεδόν της διαφοράς ανάμεσα στην ζωντάνια και τη φρεσκάδα του κοριτσιού και την ψυχική κούραση πίσω απ’ την μανιακή σχεδόν συμπεριφορά του Άρη. Δείγμα ίσως κάποιου δικού του διαγενεακού τραύματος που πάει με τη σειρά του να επαναλάβει.
Η φωτογραφία του Λάσε Ούλβενταλ Τόλμπελ, η μουσική του Άλεξ Γουέστον κι η αίσθηση του χρόνου όπως τον χειρίζεται διαφορετικά ανά σκηνές η σκηνοθέτρια βοηθάνε με τη σειρά τους στην ανάδειξη μιας αφήγησης όπου η τραγωδία αποφεύγεται επειδή η σύνδεση αν και ανύπαρκτη εξωτερικά, υπόγεια υπήρχε. Χρειαζόταν, όμως, να πέσει κανείς στη θάλασσα -σ’ ένα στοιχείο δηλαδή πιο μητρικό, αλλά κι απειλητικό μαζί- για να μπορέσει επιτέλους να δουλέψει.
Karlovy Vary 2026



