(κείμενο: Καλλιόπη Πουτούρογλου)![]()
Η ξεθωριασμένη γοητεία της Potsdamer Platz
To Φεστιβάλ του Βερολίνου έχει γνωρίσει σίγουρα καλύτερες μέρες. Η πόλη το ίδιο. Αν και η γερμανική πρωτεύουσα είχε εδώ και καιρό εδραιώσει τη φήμη της ως φτωχοποιημένης , τα συμπτώματα φέτος ήταν πιο αισθητά. Παραμέληση, κυκλοφοριακό χάος , κακή οικονομική διαχείριση, χρεοκοπημένες επιχειρήσεις και αύξηση των αστέγων, η πάλαι ποτέ γερμανική μητρόπολη απέπνεε μια αίσθηση παρακμής. Στα πρωτοσέλιδα αλλά και στις συζητήσεις το στεγαστικό παρέμενε το μείζον θέμα. Και βέβαια οι παγκόσμιες πολιτικές εξελίξεις και οι επιπτώσεις τους στη γερμανική οικονομία, η άνοδος της ακροδεξιάς, οι κλυδωνισμοί της κυβερνητικής συμμαχίας. Για τον σταθερό ξένο επισκέπτη του Φεστιβάλ (και όχι για τον άνθρωπο της Αγοράς) το τοπίο έχει επίσης αλλάξει ριζικά. Η κεντρική του πλατεία, εκεί όπου χτυπούσε και χτυπάει η καρδιά της Berlinale, μεταλλάχτηκε σταδιακά σε ένα τεράστιο mall, χάνοντας και τα τελευταία κινηματογραφικά σημεία αναφοράς του (Κινηματογραφικό Ινστιτούτο Arsenal , Γερμανικό Αρχείο Κινηματογράφου, Μουσείο Κινηματογράφου, σινεφίλ βιβλιοπωλεία). Μένει μόνο το εμβληματικό γυάλινο κτήριο του Renzo Piano, το γνωστό Berlinale Past με το κόκκινο χαλί και τα πορτρέτα των σταρ στους διαδρόμους καθώς και το όνομα της Marlene Dietrich στην παρακείμενη πλατεία, να δίνουν μια αίσθηση κινηματογραφικής αίγλης. Η αποκέντρωση που επιχειρήθηκε τα τελευταία χρόνια, όσον αφορά τις αίθουσες προβολών, μπορεί να τόνωσε την κινηματογραφική κίνηση ανατολικότερων περιοχών και να έφερε το σινεφίλ τοπικό κοινό στις αίθουσες, στέρησε ωστόσο από τον ξένο επισκέπτη και ειδικά τον διαπιστευμένο κριτικό τη δυνατότητα εύκολης πρόσβασης στο πιο δυναμικό, πρωτοποριακό και τολμηρό τμήμα του Φεστιβάλ, αυτό του Forum και του Forum expanded.
Η εικόνα αυτή όμως δεν έχει να κάνει μόνο με τη χωροταξία ή τις καιρικές συνθήκες (ο γερμανικός χειμώνας σε σύγκριση με το ευνοϊκό κλίμα των δύο μεγάλων διεθνών φεστιβάλ, των Καννών και της Βενετίας). Τα ίδια τα γερμανικά μέσα αναφέρονται όλο και πιο συχνά στη δομική αδυναμία ενός Φεστιβάλ που προσφέρει ποσότητα αλλά όχι καλλιτεχνική ποιότητα, ούτε βέβαια και εμπορικές επιτυχίες. Φέτος ειδικά είχε κανείς την αίσθηση ότι το Φεστιβάλ, τόσο στο Διαγωνιστικό του όσο και στις πολυάριθμες παράλληλες ταινίες του, προσπαθούσε, ακροβατώντας μεταξύ των δύο, να ικανοποιήσει όλα τα γούστα. Γεγονός που εκ πρώτης όψεως διόλου κακό δε φαίνεται. Οι γεμάτες αίθουσες , οι sold out προβολές και ένα γενικό κλίμα αποδοχής των ταινιών το επιβεβαίωνε. ![]()
Μία δήλωση που προκάλεσε αναταράξεις
Το καθοριστικότερο όμως και πιο πολυσυζητημένο γεγονός της φετινής Berlinale δεν ήταν κάποια ταινία της αλλά η εναρκτήρια συνέντευξη τύπου του Προέδρου της Κριτικής Επιτροπής και συγκεκριμένα μια απάντηση σε ερώτηση δημοσιογράφου που άναψε τα αίματα, προκαλώντας συζητήσεις, καίριες ερωτήσεις, διπλωματικές απαντήσεις που ενέτειναν το πρόβλημα, αποχωρήσεις, απορρίψεις βραβείων και μια ανοιχτή επιστολή με ηχηρό αντίκτυπο. Η ερώτηση που τέθηκε στον Wim Wenders για τη Γάζα δεν ήταν κάτι καινούριο. Τα τελευταία δύο χρόνια στη Berlinale ακούγονταν ανοιχτά φωνές διαμαρτυρίας για την ισραηλινή πολιτική στην Παλαιστίνη, που το Φεστιβάλ, για ευνόητους λόγους, φρόντιζε να εξαλείφει γρήγορα. Η δήλωση ωστόσο τώρα του Προέδρου της, και δη ενός Wenders, αν και προσεκτικά διατυπωμένη, πυροδότησε κάτι που η διοργάνωση δεν μπορούσε πλέον να περιορίσει. Σε ένα φεστιβάλ που εδώ και χρόνια είχε συνυφάνει την ταυτότητά του με την πολιτική (μεταξύ άλλων έδινε φωνή σε διωκόμενους πολιτικά καλλιτέχνες, ενώ το 2023, συμβαδίζοντας με την επίσημη εξωτερική πολιτική, κάλεσε τον Ουκρανό πρόεδρο Ζelenski να εκφωνήσει ομιλία μέσω βιντεοκλήσης κατά την βραδιά έναρξης) μια τέτοια απάντηση σήμαινε ευθυγράμμιση ή και καθαρή υποχώρηση. Εξάλλου σε πολωμένους καιρούς η ουδετερότητα ή η αποστασιοποίηση δεν είναι παρά πολιτική στάση. Η κριτική δεν ήταν μόνο επί της διατύπωσης του Προέδρου που υποστήριζε ότι ο κινηματογράφος πρέπει να παραμείνει έξω από την πολιτική, αλλά επί της επακόλουθης δήλωσης της διευθύντριας Tricia Tuttle, που συνιστούσε αυτοσυγκράτηση, επί της θεσμικής στην ουσία σιωπής ενός ολόκληρου Φεστιβάλ. Αυτό που ξεκίνησε σαν μια προσωπική δήλωση, χωρίς περαιτέρω δυστυχώς διευκρινίσεις, μετατράπηκε γρήγορα σε θεσμικό ερώτημα για το τι αντιπροσωπεύει τελικά το ίδιο το Φεστιβάλ. Το ότι η Berlinale λαμβάνει χώρα σε μια χώρα όπου η σχέση με το Ισραήλ δεν είναι μόνο πολιτική αλλά και συνταγματική και διαμορφώνει μαζί με άλλους εθνικούς παράγοντες ανάλογες δηλώσεις είναι βέβαια ένα ζήτημα. Παραμένει ωστόσο το ερώτημα: Θα μπορούσε ποτέ να απομονωθεί η πολιτική από ένα φεστιβάλ με την ιστορία του Βερολίνου; Του πιο πολιτικά συνειδητοποιημένου ευρωπαϊκού φεστιβάλ; Η βραδιά της τελετής λήξης ήρθε τελικά να δώσει την απάντηση.![]()
Ταινίες και Βραβεία
Η τελετή απονομής των βραβείων της φετινής Berlinale ήρθε να αποτινάξει τη ρετσινιά της πολιτικής αποστασιοποίησης, τονίζοντας με τον εμφατικότερο τρόπο τη σχέση του σινεμά με την πολιτική και την καλλιτεχνική αυτονομία του ίδιου του Φεστιβάλ. Τα μεγάλα βραβεία της απονεμήθηκαν σε ταινίες που «μιλούν πολιτικά από μόνες τους», όπως δήλωσε χαρακτηριστικά ο İlker Çatak, νικητής της Χρυσής Άρκτου με το Gelbe Briefe/Yellow Letters, ταινία για τη διάβρωση της σχέσης ενός ζευγαριού καλλιτεχνών στην Τουρκία που βιώνει την αυθαίρετη εξουσία του κράτους.
Ο Emin Alper από την άλλη κέρδισε την Αργυρή Άρκτο-το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής με το Salvation, μια εντυπωσιακά δυνατή ταινία για την παράνοια των εισβολέων που διαπράττουν αποτρόπαια εγκλήματα και σαφείς νύξεις για την πολιτική κατάσταση όχι μόνο στη χώρα του αλλά και στη Μέση Ανατολή, την οποία ο Alper υπογράμμισε με τόλμη και στον ευχαριστήριο λόγο του.
Άλλη μια πολιτική ταινία πήρε το A’ βραβείο στο τμήμα Perspectives, το Chronicles from the Siege του Συρο-Παλαιστίνιου Abdallah Al-Khatib, μια ταινία για την επιβίωση σε συνθήκες πολιορκίας. Ο δημιουργός της κατά την απονομή ήταν πολύ πιο αιχμηρός όσον αφορά τη στάση της γερμανικής κυβέρνησης απέναντι στο Παλαιστινιακό, ενώ άδραξε και την ευκαιρία να κάνει μια πολιτική δήλωση υπέρ του αγώνα για την απελευθέρωση της Παλαιστίνης.
Το κοινό με τη σειρά του έδωσε το βραβείο του Πανοράματος στην ταινία Staatsschutz/ Prosecution του 32χρονου, γεννημένου στην Κολωνία, Faraz Shariat. Μια ταινία για την ακροδεξιά βία στη Γερμανία και την προστασία της από τα ανώτερα κλιμάκια της δικαιοσύνης και μάλιστα από την θεωρητικά άμεμπτη γερμανική εισαγγελία .
Δυστυχώς εκτός βραβείων, με μόνο αυτό της ερμηνείας που κέρδισε επάξια η πρωταγωνίστριά του Sandra Hüller, έμεινε το Rose του αυστριακού σκηνοθέτη Markus Schleinzer, ένα αριστουργηματικό έργο με σαφείς κινηματογραφικές επιρροές αλλά και μοναδικότητα στην απεικόνιση και τη φιλμική του γλώσσα. Ταινία και βαθιά πολιτική, για τη διαχρονική αναζήτηση της ελευθερίας και την αναγκαστική μεταμφίεση ανθρώπων που δε γίνονται εύκολα αποδεκτοί από την κοινωνία.
Ταινίες που ξεχώρισαν και βραβεύτηκαν από το Διαγωνιστικό, ήταν τόσο το Everybody Digs Bill Evans για τη σκηνοθετική μαεστρία του Grant Gee (βραβείο σκηνοθεσίας), όσο και το Queen at Sea του Lance Hammer, ένα βαθιά συναισθηματικό δράμα με δύσκολο θέμα που αναδεικνύεται μέσα από τις ερμηνείες των ηθοποιών του.(Αργυρή Άρκτος, Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής)
Αν έπρεπε ωστόσο να ξεχωρίσουμε μία ταινία, αυτή που μας έκλεψε την καρδιά, θα ήταν σίγουρα το The Loneliest Man in Town. Το εξαιρετικό docu-fiction των Tizza Covi and Rainer Frimmel που θα ευχαριστήσει σίγουρα τους λάτρεις του Kaurismäki , αν και η ταινία των Covi & Frimmel είναι μες τη κωμική μελαγχολία της πολύ πιο αυθεντική και ζεστή.



