του Αλέξανδρου Βούλγαρη
(κριτική: Ζωή- Μυρτώ Ρηγοπούλου)![]()
Μια φορά, σ’ έναν καιρό που είναι πάντα εκεί, μια τραγουδοποιός που την έλεγαν Μάργκο έχασε την αδελφή της την Μαργαρίτα. Την έβαλε τότε μαζί μ’ όλα τ’ άλλα που είχε μέσα της στη μουσική και τα τραγούδια της κι ο κόσμος τ’ αγάπησε και την έκανε διάσημη μέχρι που ένα άλμπουμ της υπήρξε μεγάλη αποτυχία. Από τότε η Μάργκο χάθηκε από παντού– κλείστηκε στο διαμέρισμά της. Τώρα, επτά χρόνια μετά, με το άλμπουμ εκείνο να θεωρείται πια εξαιρετικό, η Μάργκο μοιάζει να θέλει να επιστρέψει στη ζωή και την τέχνη της. Το πάρτι των σαράντα της χρόνων θα είναι αρχή κι απολογισμός μαζί. Είναι, όμως, έτοιμη ν’ αντιμετωπίσει τα όσα βγαίνουν από μέσα της; Και να βρει κάπου μια ελπίδα;
Πειραματικό, τρυφερό και βαθιά προσωπικό, σε σενάριο-μοντάζ-sound design δικό του, και μουσική δική του και της δεσποινίδας Τρίχρωμης, σε μια εξαιρετική τους σύμπραξη, το Βγαίνουν μέσα απ’ τη Μάργκο του Αλέξανδρου Βούλγαρη, είναι ονειρόδραμα ως προς την κινηματογράφηση, μελόδραμα ως προς το αδιάρρηκτο εικόνας-μουσικής, δράμα συχνά ως προς τη διάθεση, μιούζικαλ σε κάποιες σκηνές και γκρανγκινιόλ τρόμος σε κάποιες άλλες. Οι ασυνήθιστες αυτές μίξεις ειδών, τρόπων και ρυθμών δεν δημιουργούν ρωγμές στο ύφος του, αντίθετα γίνονται τα υλικά που οικοδομούν την εσωτερική συνοχή του, βοηθώντας την πλοκή να αναδείξει τα ζητούμενα και να σταθεί στο ύψος των όσων σημαντικών κι υπαρξιακών θέλει να πει – αρκεί μόνο να δείξουμε λίγη υπομονή στην αρχή της.
Το παρελθόν που στοιχειώνει τα όνειρά μας, ο χρόνος κι οι χαμένες ευκαιρίες μας, η απώλεια κάποιου που αγαπήσαμε κι άλλων που φοβόμαστε ότι θα χαθούνε, ο φόβος ότι δεν θα ξανασταθούμε στα πόδια μας, η ανάγκη να βρεθεί ξανά ένα νόημα, αλλά κι η δυνατότητα της ζωής να μας γιατρεύει είναι μερικά απ’ τα βασικά θέματα που τίθενται στο τρίτο αυτό μέρος μιας άτυπης τριλογίας (με την Winona και το Πολύδροσο να είναι τα άλλα δύο) που αφορά στο πένθος, την απώλεια και το θάνατο. Με τη διαφορά ότι το σημείο απ’ το οποίο μας μιλάει ο Βούλγαρης εδώ είναι εκείνο της εξόδου απ’ την κατάθλιψη και τη θλίψη κι ίσως γι αυτό, αυτό το de profundis πορτρέτο-σπουδή του ψυχισμού και των προβληματισμών μιας γυναίκας καλλιτέχνιδος που βγαίνει από μια πολύ μεγάλη περίοδο πένθους και προσπαθεί να συνδεθεί ξανά με τη ζωή στο κατώφλι της μέσης ηλικίας, γίνεται διαυγές, επικοινωνιακό, κι αναπάντεχα αισιόδοξο κι ελπιδοφόρο. Διόλου τυχαίες δεν είναι λοιπόν κι οι αναφορές του σεναρίου σε τρεις ταινίες που πραγματεύονται η κάθε μια απ’ τη σκοπιά της παρόμοια θέματα κι ίσως να λειτούργησαν ως πηγές έμπνευσης και δεν είναι άλλες απ’ τη Dolce Vita του Φελίνι, το Κορίτσι με τα μαύρα του Κακογιάννη και τις Άγριες φράουλες του Μπέργκμαν.
Ο Βούλγαρης παραμένει κι εδώ πιστός στους σημειολογικούς του κώδικες (εννοείται και στα γυαλιά) και στην τάση του για φόρους τιμής (που ξεκινούν πριν καν αρχίσει η ταινία) κι αφορούν πολύ και στη μουσική όπως στους Στέρεο Νόβα, το Διονύση, το Μίκη, αλλά θα πούμε κι εμείς και την Λένα Πλάτωνος (πολύ άδικο να μην υπάρχει μια Λένα στους χαρακτήρες). Η σημασία της Αθήνας και ως εσωτερικού τοπίου τονίζεται κι εδώ, το προφιτερόλ που έκανε διάσημο το Γιώργο Κωνσταντίνου βρίσκει κι αυτό τη θέση του κι η αγάπη στον Ντέιβιντ Λιντς είναι εμφανής σ’ όλη την κινηματογράφησή του. Παρ’ όλα αυτά, η πιο υπέροχη σκηνή της ταινίας, με το πρώην ζευγάρι που μιλάει μέσα απ’ τις χρυσαφένιες γρίλιες θυμίζει μάλλον Γουόν-Καρ-Βάι και τη δική του αισθητική της μελαγχολίας.
Εν κατακλείδι, η ζωή μπορεί να αλλάζει δίχως να κοιτάζει τη δική μας μελαγχολία, όμως, μας δίνει και νέες χαρές και το γυναικείο στοιχείο -που έχει την τιμητική του εδώ- εκφράζει – κυριολεκτικά και μεταφορικά- τη δυνατότητα για νέα ξεκινήματα και δημιουργία που στην ταινία ταυτίζεται με την προοπτική της μητρότητας– αντιστοιχώντας ίσως και στη φάση του ίδιου του δημιουργού της. Σ’ ένα είδος κινηματογραφικής ενηλικίωσης που βγαίνει μέσα απ’ το πένθος και τον πόνο, αντίστοιχο μ’ αυτό της ηρωίδας του, ο Βούλγαρης δείχνει εδώ έτοιμος για νέα προχωρήματα που απ’ τον ίδιο εξαρτάται που θα τον πάνε.
Karlovy Vary 2025 / Proxima



