(Οι εργάτες φεύγουν από το εργοστάσιο)
του Harun Farocki
(κριτική: Σπύρος Γάγγας)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2526_arbeiter.jpeg

Αναμειγνύοντας την πολιτική με την κινηματογραφική αναπαράσταση και τον στοχασμό για αυτή, το έργο του Γερμανού, ινδικής καταγωγής, σκηνοθέτη, σεναριογράφου, παραγωγού και ηθοποιού Χαρούν Φαρόκι (1944-2014) κατατάσσεται στο πεδίο του πειραματικού Γερμανικού σινεμά με συνεργασίες τόσο με τους Ζαν-Μαρί Στράουμπ και Ντανιέλ Ουιέ όσο και με την πιο ορθόδοξη αλλά υπόκωφη δραματουργία του Κρίστιαν Πέτζολντ, εκεί ως σεναριογράφος.
«Η Έξοδος από το Εργοστάσιο Λυμιέρ», ταινία των αδελφών Λυμιέρ του 1895, γίνεται αφορμή για σχόλιο πάνω στη γειτνίαση της γένεσης του κινηματογράφου και της βιομηχανικής κεφαλαιοκρατικής ισχύος. Δουλεύοντας κυρίως με υλικό ταινιών αλλά και αρχειακό υλικό από Γερμανικές βιομηχανίες, ο Φαρόκι μεγεθύνει κοινωνικά το φαινόμενο της βιομηχανικής εργασίας σε σαφή ταύτιση με τον εργάτη και μετατρέπει τον τελευταίο σε ερμηνευτική απορία του θεατή που στοιχειώνει την επαναλαμβανόμενη στη μπανάλ καθημερινότητά της στιγμή καθώς οι εργάτες φεύγουν από το εργοστάσιο. 
Ο μυθοπλαστικός φακός της κάμερας εμβαθύνει στην εμπειρία αυτής της φαινομενικά τετριμμένης στιγμής και ο Φαρόκι απομονώνει ένα στιγμιότυπο παγώνοντας την σκηνή των Λυμιέρ, εστιάζοντας στο τράβηγμα της φούστας μιας εργάτριας από μια άλλη. Πρόκειται άραγε για πράξη ζηλοτυπίας, για ανταπόδοση κάποιας υποτιθέμενης αδικοπραξίας εν ώρα εργασίας, για κάποια ρήξη στην ταξική συνείδηση, για ένα σαχλό παιχνίδι μήπως; Η πραγματικότητα εδώ αποκαλύπτει αλλά και αποκρύπτει και ο Φαρόκι την ανακατασκευάζει μέσα από την αντίστοιχη αποτύπωσή της σε σπουδαίες ταινίες. 
Πριν φτάσουμε σε αυτές ο Φαρόκι μάς μεταφέρει από τη δωρικότητα του εργοστασίου Λυμιέρ στα σύγχρονα εργοστάσια που περιχαρακωμένα ως μεσαιωνικά κάστρα προστατεύουν την ιδιοκτησία από την ορμή μια απεργίας και ενδεχόμενης κατάληψης των μέσων παραγωγής. Το εργοστάσιο της αυτοκινητοβιομηχανίας Ford, άλλο ένα το 1934 με τη συρροή εργατών υπό το βλέμμα του πορτρέτου του Χίτλερ παραλληλίζονται με το συλλαλητήριο των Ναζί. Στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας του 1977 και στο εργοστάσιο αυτοκινητοβιομηχανίας VW οι εργάτες, εξερχόμενοι από το εργοστάσιο, παίζουν τραγούδια του κομμουνιστή ποιητή Μαγιακόφσκι!
Θυμίζει το ντοκιμαντέρ του Φαρόκι την θέση περί ολοκληρωτικής κινητοποίησης (Έρνστ Γιούνγκερ), όπου η εργασία λαμβάνει στρατιωτικά χαρακτηριστικά και σε πλανητικό επίπεδο κυριαρχεί το πρότυπο του εργάτη-στρατιώτη. Μια τέτοια ερμηνεία δεν είναι αυθαίρετη αν δούμε τα πλάνα με βετεράνους πολέμου σε συντεταγμένη πορεία ή την νύξη περί στρατιωτικοποιημένης επιστήμης! Σκηνές αλλά και καρέ από τη «Μητρόπολη» του Φριτς Λανγκ, την «Κόκκινη Έρημο» του Μικελάντζελο Αντονιόνι, το «Ακατόνε» του Πιέρ Πάολο Παζολίνι, τη «Σύγκρουση Εραστών», επίσης του Φριτς Λανγκ, με τη νιότη και σεξουαλικότητα της 25άρας τότε Μέριλιν Μονρόε ως εργάτριας να «διορθώνει» στην ανδρική φαντασία τις «ανορθογραφίες» της πραγματικότητας των εργατριών στα εργοστάσια. 
Η έξοδος των εργατών λοιπόν στις συμπληγάδες της βίαιης και αιματηρής καταστολής των απεργών στη τη σκηνή που συμπεριλαμβάνει ο Φαρόκι από τη «Μισαλλοδοξία» του Γκρίφιθ  ή της άλλοτε κωμικοτραγικής εκδίωξης του εργάτη-αλήτη από την εργοστασιακή πύλη στους «Μοντέρνους Καιρούς»: αυτούς του Κινηματογράφου και του Κεφαλαίου.

Arbeiter ferlassen di Fabrik (Οι εργάτες φεύγουν από το εργοστάσιο), Χαρούν Φαρόκι, Γερμανία, 1995