των Tizza Covi & Rainer Frimmel
(κριτική: Καλλιόπη Πουτούρογλου)![]()
Πώς γίνεται να κατοικείς στην καρδιά της Βιέννης αλλά να ζεις στο δέλτα του Μισισιπή; Ο Al Cook μας συστήνεται από την αρχή, με το ντύσιμο, την κόμμωση, το ακαταμάχητο στυλ του. Από τη στιγμή που μπαίνει στο υπόγειο στούντιο του σπιτιού του, από τη διακόσμηση του χώρου, τα βινύλια, το παλιό πικάπ, τις αφίσες στους τοίχους. Αλλά και από το διαμέρισμα στο οποίο λίγο αργότερα θα στήσει το χριστουγεννιάτικο δέντρο του. Από τον τρόπο που τελετουργικά χτενίζεται, ντύνεται, ανάβει τα κεράκια και ανοίγει τη σαμπάνια του. Μόνος, σε ένα παλιό κτίριο που έχει αδειάσει από τους ενοίκους του. Γιατί ο ογδοντάχρονος κιθαρίστας και συνθέτης της μπλουζ, που μεσουρανούσε στα τέλη της δεκαετίας του 60 με 70, γέννημα θρέμμα της Βιέννης που ποτέ δεν εγκατέλειψε, αν και ταγμένος στη μουσική του αμερικάνικου νότου, δεν είναι μόνο ένας ζωντανός θρύλος της βιενέζικης μουσικής σκηνής αλλά και ο μοναχικότερος άνθρωπος στην πόλη. Ή μήπως και όχι;
Η ξαφνική διακοπή ρεύματος, παραμονή Χριστουγέννων, είναι μόνο η πρώτη από μια σειρά βίαιων μέτρων και τραγελαφικών δοκιμασιών, στις οποίες θα υποβάλει ένας όμιλος εταιρειών τον γηραιό αλλά καλοστεκούμενο ροκαμπιλά, προκειμένου να πετύχει την πολυπόθητη έξωση από ένα κτίριο που πρόκειται σύντομα να κατεδαφιστεί. Όπως βέβαια και πολλά άλλα στην περιοχή. «Χτίζουμε νέες αξίες» είναι το σύνθημα της εταιρείας ακινήτων αλλά και μιας εποχής που σίγουρα καμία σχέση δεν έχει με τον κόσμο στον οποίο ζει, περιτριγυρισμένος από αναμνήσεις, ο Alois Koch, όπως είναι το πραγματικό του όνομα. Καθώς τελικά ο τελευταίος εξαναγκάζεται να υποχωρήσει στις αδίστακτες ορέξεις του κεφαλαίου και των απρόσκλητων επισκεπτών του, ο θεατής παρακολουθεί υπομονετικά τις τελευταίες μέρες του Koch πριν εγκαταλείψει το ιερό του καταφύγιο, το ξεδιάλεγμα προσωπικών κειμηλίων που θα τοποθετηθούν αργότερα στη θήκη της κιθάρας του και την σταδιακή πώληση πολλών άλλων σε επίδοξους ετερόκλητους αγοραστές. Εντωμεταξύ όσο οι γερανοί έξω κάνουν τη δουλειά τους, ο θεατής εντός της οικίας γίνεται μάρτυρας όχι μόνο της ανένδοτης πορείας ενός ανθρώπου που η καρδιά του ήταν πάντα μοιρασμένη σε δύο αγάπες (στην μπλουζ μουσική και στην εκλιπούσα σύζυγό του Sylvia), αλλά και μιας ριζοσπαστικής απόφασης που φαίνεται να αλλάζει το σκηνικό και να ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή του.
Κεντρικό στοιχείο εδώ της αφήγησης είναι το ίδιο το σπίτι (το διαμέρισμα και το στούντιο του υπογείου) που επιτρέπει στον θεατή να περιηγηθεί όχι μόνο σε μια διαφορετική εποχή αλλά και μέσα στην ίδια την ψυχή του πρωταγωνιστή. Τα αντικείμενά του πυροδοτούν μια σειρά αναμνήσεων αλλά και προωθούν την αφηγηματική εξέλιξη. Βιντεοκασέτες VHS χρησιμοποιούνται για την προβολή παλιών συνεντεύξεων, συλλογές και φωτογραφίες γίνονται αντικείμενο συζητήσεων που ξετυλίγουν το νήμα της ζωής του Koch. Εδώ τα άψυχα συνιστούν κι αυτά σιωπηλούς χαρακτήρες μιας ταινίας που χρησιμοποιεί ούτως ή άλλως με μέτρο τον διάλογο, όπως και την κίνηση. Τα στατικά πλάνα, η μελετημένη σύνθεση των κάδρων, ο διακριτικός φυσικός φωτισμός εντείνουν την αίσθηση της μοναξιάς και της επερχόμενης απώλειας, του τέλους μιας εποχής. Η Tizza Covi και ο Rainer Frimmel που υπογράφει και το σενάριο, περιορίζουν ωστόσο τη νοσταλγία, επιτρέποντας κάθε τόσο στο χιούμορ, στα μικρά απρόοπτα, στις πιθανές δεύτερες ευκαιρίες και κυρίως στους δευτερεύοντες χαρακτήρες να εισβάλλουν στο σώμα της ταινίας για να το ελαφρύνουν ευχάριστα και λυτρωτικά. Σαν το αεράκι που μπαίνει από το παράθυρο στο κενό δωμάτιο, στη συγκινητική σκηνή του τέλους, όπου όλα εντέλει είναι ανοιχτά.
Πώς κερδίζεις την εμπιστοσύνη ενός ταλαντούχου, αυτοδίδακτου αλλά και ανεξάρτητου καλλιτέχνη ώστε να τον πείσεις να πρωταγωνιστήσει στην ταινία σου, υποδυόμενος μια πραγματική ή φανταστική εκδοχή του εαυτού του; Ο χαρακτήρας και το ασυμβίβαστο της προσωπικότητάς του Al Cook, τον οποίο οι Covi & Frimmel γνώριζαν από παλιά, ήταν εξάλλου ό,τι κέντρισε εξαρχής το ενδιαφέρον τους. Κι από την άλλη πώς να απεικονίσεις άκρως λακωνικά όχι μόνο το αυθεντικό πορτρέτο ενός ασυμβίβαστου καλλιτέχνη αλλά και αυτό της μοναξιάς και της απώλειας, με φόντο τις πολεοδομικές μεταβολές και μετατοπίσεις σε μια σύγχρονη αστική κοινωνία; Όλα αυτά και ακόμα περισσότερα φαίνεται να έχουν πετύχει το ιταλοαυστριακό δίδυμο των Tizza Covi & Rainer Frimmel με το γλυκόπικρα μελαγχολικό αλλά και διακριτικά αισιόδοξο «The Loneliest Man In Town». Από τότε που πρωτοεμφανίστηκαν με το «Das ist Alles» το 2001 μέχρι τη «Vera» το 2022, οι δυο τους δεν σταμάτησαν, ξεκινώντας από το καθαρό ντοκιμαντέρ, να κινούνται μεταξύ μυθοπλασίας και πραγματικότητας, θολώνοντας συνεχώς τα νερά και δημιουργώντας υβριδικές docufiction ταινίες. Θέτοντας συνήθως στο επίκεντρο κόσμους που σιγά σιγά εξαφανίζονται (Mister Universo, 2016) και χρησιμοποιώντας ερασιτέχνες ηθοποιούς, ανθρώπους του περιθωρίου (Aufzeichnungen aus der Unterwelt, 2020), διάσημες περσόνες (Vera, 2022) ή ξεχασμένους καλλιτέχνες. Το απόσταγμα είναι πάντα ένα σινεμά βαθιά ανθρωποκεντρικό που παρά τους νοσταλγικούς του τόνους έχει στραμμένο το βλέμμα του προς το μέλλον.
Όπως εδώ, που φαίνεται να εναρμονίζονται με όλη τους τη φιλμογραφία. Ο παρατηρητικός τους φακός εστιάζει σε έναν καλλιτέχνη που αποτελεί κι αυτός ένα υβρίδιο. Ένα περίεργο κράμα Elvis, Johnny Cash και Robert Mitchum με την αξιοπρεπή γοητεία και ανυποχώρητη ευγένεια ενός παλιού βιεννέζου, που ήθελε ωστόσο πάντα να φύγει από τη στενόμυαλη Αυστρία και που τώρα ίσως το όνειρό του γίνει πραγματικότητα. Που εξακολουθεί να πίνει τον καφέ του στο Gasthaus Steindl και να παρακολουθεί ταινίες στον ιστορικό κινηματογράφο Metrokinokulturhaus, ενώ διαβάζει το Escaping the Delta του Elijah Wald και ακούει Lonnie Johnson και Robert Johnson. Που δεν πήγε ποτέ του στην Αμερική, έμαθε μόνος του αγγλικά και που ο Δούναβης θα είναι για πάντα ο δικός του Μισισιπής. Ένας χαρακτήρας βγαλμένος θαρρείς από το κινηματογραφικό σύμπαν του Καουρισμάκι σε μια ταινία που η αισθητική της, το ιδιόμορφο χιούμορ και οι λακωνικοί της διάλογοι, παραπέμπουν ενίοτε και στο βαθιά ουμανιστικό σινεμά του.
Διαγωνιστικό/ Berlinale 2026



