(Forest High)
της Manon Coubia
(κριτική: Καλλιόπη Πουτούρογλου)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2526_forest-high.jpeg

Ένα ορεινό καταφύγιο στις βόρειες Άλπεις. Τρεις γυναίκες διαφορετικής ηλικίας, φύλακες και επιστάτριες μαζί, το φροντίζουν εκ περιτροπής και υποδέχονται τους επισκέπτες του σε διαφορετικές εποχές του χρόνου. Πεζοπόροι έρχονται και φεύγουν, οι εποχές αλλάζουν, στοιχεία της φύσης,  διηγήσεις και πρόσωπα από το παρελθόν ζωντανεύουν, ενώ οι γυναίκες, μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, αναπτύσσουν μια ιδιαίτερη σχέση με το φυσικό περιβάλλον, τους πεζοπόρους, τον χρόνο, με τη δική τους διαφορετικού είδους μοναξιά. Γίνονται η κάθε μια σιωπηλές αφηγήτριες της δικής τους προσωπικής ιστορίας και του μαγικού τόπου που τις περιβάλλει.
Εμπνευσμένο από τη δεκαετή εμπειρία της ως φύλακας στο Ubine Mountain Hut, η Manon Coubia, στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της (και τέταρτη για τον κόσμο των βουνών), θολώνοντας και πάλι τα όρια μεταξύ μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ, μας παραδίδει ένα μυσταγωγικό κινηματογραφικό τρίπτυχο, τρεις διαφορετικές ιστορίες που εξελίσσονται στον ίδιο τόπο, δοσμένο μέσα από τη διαφορετική εστίαση τριών γυναικών, οι οποίες επιλέγουν την απομόνωση και τη συγκεκριμένη εργασία για τον δικό της η καθεμιά λόγο. 
Η πρώτη, η τριαντάχρονη Anne, είναι ντόπια και έχει μια πιο άμεση σχέση με το τοπίο που την κρατάει αιχμάλωτη, σχεδόν φυλακισμένη. Κολλημένη στην περιοχή από τη γέννησή της, ονειρεύεται ανοιχτούς ορίζοντες και μακρινά ταξίδια, ενώ η συνάντησή της με έναν νεαρό περιπλανώμενο παρατηρητή πουλιών δίνει φαντασιακή διέξοδο στη μοναξιά της. Η δεύτερη, η πενηντάχρονη Hélène, έχει περάσει όλη της τη ζωή σε εποχιακές εργασίες. Η ύπαρξή της χαρακτηρίζεται από την αστάθεια αυτής της «προσωρινής κατάστασης που καταλήγει να διαρκεί». Στον ελεύθερο της χρόνο η Hélène γράφει ποιήματα σε μικρά χαρτάκια, ενώ τα βράδια καταπραΰνει τις εξάψεις της και αποσύρεται στη δροσιά και την ηρεμία του δάσους. «Δεν φοβάστε, μια γυναίκα μόνη εκεί πάνω;», τη ρωτούν οι πεζοπόροι. Ενώ η εικόνα ενός μοναχικού ταξιδιώτη εύκολα ρομαντικοποιείται, η φιγούρα  μιας γυναίκας μόνης είναι αναπόφευκτα ύποπτη. Κι αυτό είναι ένα ερώτημα που διατρέχει όλη την ταινία. Η τρίτη τέλος, η Suzanne, που οδεύει προς τα εξήντα, αναζητά μια νέα αρχή. Αν και μεγαλύτερη, έχει την πολυτέλεια του χρόνου και της επιλογής. Καταφθάνει στο καταφύγιο στα τέλη φθινοπώρου και το ξαφνικό χιόνι θα έχει για αυτήν κάτι το καταπραϋντικό. Η  συνάντησή της με έναν στρατιώτη που αποσύρεται ή δραπετεύει  για να πάρει μια κρίσιμη απόφαση, εισάγει το θέμα της συλλογικής μνήμης, δίνοντας στην αργής παρατήρησης και ντοκιμαντερίστικου ύφους αφήγηση μια πιο σεναριακή μορφή. 
Στο επίκεντρο του High Forest/ Forêt Ivre βρίσκονται τόσο το επιβλητικό και εξαιρετικά κινηματογραφημένο ορεινό τοπίο (το φυσικό φως και οι περιβαλλοντικοί ήχοι συνιστούν μέρος της αφήγησης) με τα δάση και το αλπικό του καταφύγιο, όσο και οι χαρακτήρες των τριών γυναικών που προσωρινά το κατοικούν. Οι ιστορίες του, όπως και οι μικροιστορίες των περαστικών του πεζοπόρων, συνδιαλέγονται και αντιπαρατίθενται, αντηχούν ωστόσο η μία στην άλλη, επαναφέροντας τα ίδια θέματα : την εξαφάνιση ενός σπάνιου πουλιού που αναζητά το ταίρι του και παίζει συμβολικό ρόλο στην ταινία, τη σχέση μας με τη φύση και τον χρόνο, με τους προσωπικούς μας δαίμονες, με τη μελαγχολική αλλά και καθαρτική εντέλει επίδραση της μοναξιάς. 

Perspectives/ Berlinale 2026