(Yellow letters)
του İlker Çatak
(κριτική: Ζωή- Μυρτώ Ρηγοπούλου) ![]()
Μια φωτογραφία που η διάσημη ηθοποιός Ντέρια (Özgü Namal) αρνείται να βγάλει μετά από μια παράσταση και μια διαδήλωση που ο σύζυγός της, γνωστός συγγραφέας και καθηγητής πανεπιστημίου, Αζίζ (Tansu Biçer), πιέζει σχεδόν τους φοιτητές του να πάνε, γίνονται αιτία ν’ ανατραπεί εντελώς η ζωή τους. Χάνουν κι οι δύο τις δουλειές τους, ο Αζίζ μπλέκει ποινικά, κινδυνεύουν να τους διώξουν απ’ το σπίτι τους και τα χρήματα αρχίζουν να μην φτάνουν. Το αυταρχικό τουρκικό καθεστώς τους δείχνει άσχημα τα δόντια του και δεν ξέρουν τι να κάνουν. Αποφασίζουν να φύγουν απ’ την Άγκυρα και να πάνε με την 14χρονη κόρη τους, Εζγκί, στην μητέρα του Αζίζ στην Κωνσταντινούπολη. Νέα προβλήματα, όμως, προκύπτουν εκεί κι η σχέση τους δοκιμάζεται. Το ίδιο κι η ιδέα καθενός για τον εαυτό του.
Πολιτικό και οικογενειακό δράμα με στοιχεία ηθογραφίας και κοινωνικής κριτικής, αλλά και δεξιοτεχνική ανατομία σχέσης ζευγαριού υπό συνθήκες πίεσης το Gelbe Briefe (Yellow letters) του Ιλκέρ Τσατάκ, που ήδη κέρδισε τη Χρυσή Άρκτο στο 76ο Φεστιβάλ Βερολίνου 2026, διαθέτει χορταστική μέινστριμ αφήγηση, πυκνά νοήματα και εξαιρετική εμβάθυνση χαρακτήρων. Η πλοκή αποτυπώνει με λεπτές αποχρώσεις μέσα απ’ τις δυσκολίες, τις εντάσεις και τις φωνές (πολύ καλές οι ερμηνείες των Özgü Namal και Tansu Biçer) το πώς μια ασφυκτική πολιτική πραγματικότητα φτάνει να επηρεάζει τελικά κάθε πλευρά του ανθρώπινου ψυχισμού και των σχέσεων. Εξαιτίας της οι ήρωες συχνά πλησιάζουν ή φτάνουν το σημείο θραύσης τους, κάτι που πολύ ρεαλιστικά συμβαίνει και στην πραγματικότητα μια και το σενάριο έχει βασιστεί σε μεγάλο βαθμό σε μαρτυρίες καλλιτεχνών για διώξεις που υπέστησαν επειδή υπέγραψαν μια αίτηση ή συμμετείχαν σε κάποια πορεία.
Ταυτόχρονα, με πολύ ενδιαφέροντα και διεισδυτικό τρόπο, η ταινία χρησιμοποιεί την πίεση του καθεστώτος, αλλά και της έφηβης κόρης ως δύο καταλύτες που προκαλούν εσωτερικά διλήμματα φέρνοντας τα άτομα αντιμέτωπα με τον ίδιο τους τον εαυτό, την ιδεολογία, το ήθος τους και τις αναντιστοιχίες θεωρίας-πράξης. Τα ηθικά διλήμματα απασχόλησαν τον Τσατάκ και Στο Γραφείο Καθηγητών, η ιστορία, ωστόσο, εδώ δεν καταλήγει ψυχολογικό θρίλερ, ούτε, όμως, και παίρνει τον ίδιο δρόμο με το σινεμά των Νταρντέν ή του Λόουτς, αφού η κριτική της ματιά δεν χαρίζεται διόλου στους ήρωες προς χάρη του ανθρωπισμού της. Αντίθετα, το αθέλητο αυτό ταξίδι αυτοανακάλυψης και αυτοαποκάλυψής τους θυμίζει περισσότερο Μπέργκμαν στον τρόπο που διερευνούσε εξονυχιστικά κι αναδείκνυε ποιοι στ’ αλήθεια είμαστε, τι έχει αξία για μας και τι κρύβεται πίσω απ’ την επιφανειακή μας περσόνα. Το συγκεκριμένο της κατάστασης αποκτά έτσι και μια πιο οικουμενική χροιά αφού δύναται να ισχύει για κάθε συνθήκη που ωθεί ή υποχρεώνει τον άνθρωπο να χάσει τις ευκολίες του και ν’ αναμετρηθεί μ’ αυτό που στα αλήθεια είναι. Μια ολόκληρη σειρά από θέματα θίγεται, συχνά και με μια δόση χιούμορ, ως προς αυτό, από την πατριαρχία των ανδρών σκηνοθετών μέχρι τον ναρκισσισμό των γυναικών σταρ κι από την τάση μας να υποσκάπτουμε μόνοι με τους εγωισμούς μας τους κοινούς αγώνες μας, μέχρι το πώς επενεργεί ο ταξικός παράγοντας και τις δυσκολίες που παρουσιάζει για τους γονείς η εφηβεία.
Οι μεσότιτλοι με «το Βερολίνο ως Άγκυρα» και το «Αμβούργο ως Κωνσταντινούπολη» πάνω από γερμανικά τοπόσημα, δεικνύουν σύμφωνα με το σκηνοθέτη πως η ταινία γυρίστηκε στη Γερμανία επειδή θα ήταν αδύνατον να γυριστεί στην Τουρκία με αυτό το καθεστώς, δεν είναι, όμως, διόλου, σίγουρο, πως ο θεατής θα το καταλάβει. Αντίθετα, μάλλον θα μπερδευτεί προσπαθώντας να βρει άλλα κρυμμένα νοήματα ή κάποιο παραλληλισμό που δεν θα έρθει. Η αναλογία του τίτλου δύσκολα θα γίνει κι αυτή αντιληπτή μια και τα Κίτρινα γράμματα παραπέμπουν στο χρώμα των γερμανικών φακέλων των κρατικών εγγράφων. Αλλά αυτά είναι και τα μόνα «μπερδεμένα» στοιχεία μιας αφήγησης που κατά τ’ άλλα διακρίνεται για την καθαρότητα, τη στοχοπροσήλωση, την αμεσότητα και το ρεαλισμό της
Το ερώτημα αν η Τέχνη -εδώ κυρίως το θέατρο, με την ταινία να διαθέτει μια μεγάλη θεατρικότητα και η ίδια- μπορεί να σώσει τον κόσμο και ποιο το καθήκον του καλλιτέχνη στην κοινωνία είναι ένα απ’ τα βασικότερα ερωτήματα που τίθενται εδώ , όπως και στο Fatherland του Παβλικόφσκι. Η οπτική του Τσατάκ όμως, μοιάζει πολύ διαφορετική κι η θέση του καθίσταται πιο ξεκάθαρη και σχεδόν καζαντζακική, έτσι όπως δείχνει να προκρίνει ως ενδεικνυόμενη στάση το ν’ αγωνίζεσαι όπως μπορείς αδιαφορώντας για το τι αποτέλεσμα θα έχει. Φυσικά, επειδή, όπως συμβαίνει πάντα με τους γονείς οι πράξεις μετράνε περισσότερο από τα λόγια, το σημαντικότερο αποτέλεσμα είναι πως η συνέπεια μας ή μη επηρεάζει πάντα βαθιά και τη γενιά που θα έρθει.
Karlovy Vary 2026



