(Thit-thee Khu)
του Aung Phyoe
(κριτική: Ζωή- Μυρτώ Ρηγοπούλου)![]()
Στο εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας της Γιανγκόν στην Μιανμάρ όπου η νεαρή Σαν δουλεύει οι συνθήκες είναι σκληρές, οι αμοιβές χαμηλές κι η ίδια αρκετά ντροπαλή και φοβισμένη για να διεκδικήσει τ’ οτιδήποτε. Έτσι, όταν η νεοφερμένη Τέιντ, πιο αποφασιστική και καπάτσα, την υπερασπίζεται στην προϊσταμένη αμέσως κερδίζει το θαυμασμό και τη συμπάθειά της. Μια φιλία αρχίζει ανάμεσά τους, με τη Σαν να δίνει πρόσχαρα στην Τέιντ ό,τι της ζητάει κι ας θυμώνει με τα ψέματα και τις εξαφανίσεις της. Ονειρεύεται να πάνε μαζί πίσω στο χωριό της να δουλέψουν στα φρούτα. Ή να φύγουν μαζί για δουλειά στο εξωτερικό. Η Τέιντ, όμως, θέλει να παντρευτεί. Το ίδιο θέλει κι η μητέρα της Σαν για την κόρη της. Η Σαν πάλι θέλει μόνο να είναι με την Τέιντ.
Ένα παράθυρο ανοίγει για χάρη μας η ταινία Thit-thee Khu/ Fruit Gathering του Aung Phyoe στον ψυχισμό μιας νεαρής κοπέλας, στις δύσκολες εργασιακές της συνθήκες και στην αστικοποίηση, αλλά και στην καθημερινότητα και στις συνήθειες μιας χώρας, που απ’ όταν μετονομάστηκε από Βιρμανία σε Μιανμάρ λόγω δικτατορίας το 1989, έχει σχεδόν εξαφανιστεί απ’ το δυτικό οπτικό πεδίο. Οι τόσο διαφορετικές ως χώρος κι ατμόσφαιρα αναπαραστάσεις που μας προσφέρει σε συνδυασμό με τον πολύ καλά δομημένο χαρακτήρα της Σαν (εξαιρετική επιλογή και ως παρουσία η Nandar Myat Aung που την ερμηνεύει), ως ένα είδος άδολου κι αποφασιστικά ανεδαφικού ερωτικού Δον Κιχώτη δημιουργούν ένα στοιχείο «εξωτικού» που κάνει την ιστορία να φαντάζει ακόμα πιο φρέσκια και πρωτότυπη. Η πλοκή, τα έχει όλα μέσα της, από φιλία, έρωτα και προδοσία, μέχρι καταπίεση, σασπένς και φονικό θυμό κι από πνευματικότητα και νοσταλγία για τη φύση και για ένα τρόπο ζωής που χάθηκε, μέχρι τον ταξικό παράγοντα στον οποίο οι δύο ηρωίδες διαφοροποιούνται. Ο σκηνοθέτης κατορθώνει να φτιάξει έτσι ένα μικρόκοσμο που σε κάθε μικρή και μεγάλη λεπτομέρειά του αποτυπώνει όλα όσα θέλει να πει κι είναι κρίμα που σκόπιμα μετατοπίζει την πιο πρωτότυπη κι αξιομνημόνευτη αρχική δυναμική μιας σχέσης εκμεταλλευτή-εκμεταλλευόμενου με ερωτική χροιά, για να προχωρήσει προς μια πιο βατή κατεύθυνση γκέι χειραφέτησης, διατηρώντας, όμως, ταυτόχρονα, το σασπένς και τη φυσικότητά της αφήγησής του.
Η ουσιαστική ενηλικίωση της Σαν -που ως ρόλος ακόμα κι έτσι ολοκληρώνεται- δεν αφορά, ωστόσο, τόσο την ερωτική επιθυμία της-μια κι εκεί ήταν πάντα αταλάντευτη-, αλλά την απελευθέρωσή της από μια μητριαρχία που έχοντας χάσει την επαφή της με την γη και την πνευματική διάσταση έχει γίνει καταπιεστική και σχεδόν πατριαρχική ως λειτουργία. Ο ρόλος της Τέιντ αντίθετα γίνεται λόγω της επιλογής αυτής πιο θολός κι αδιάφορος έτσι όπως χάνει το αμφίσημο των προθέσεών της και τον αρχικό της δυναμισμό και συρρικνώνεται σε μια γυναίκα που δείχνει να συμβιβάζεται κι ας κάνει εν τέλει αυτό που θέλει. Η σκηνή του σεξ, που ο σκηνοθέτης έβαλε σχεδόν ως ανταμοιβή στην επιμονή της Σαν, μοιάζει έτσι η πιο παράταιρη όλης της ταινίας. Αντίθετα, ο τρόπος που παρουσιάζονται τα τοπία, η τελετή κι ο καιρός, η ονειρική διάσταση, τα σαλιγκάρια, αλλά και τα μάνγκο που όλο και ξεπροβάλλουν από κάπου αναδεικνύουν πολύ περισσότερο την πορεία της Σαν προς την ανάκτηση της χαμένης δύναμής της. Η νοσταλγία της για το σπίτι, κι η ανάγκη για ένα ταξίδι που θα την γυρίσει εκεί, γίνεται έτσι το πιο δυνατό στοιχείο της ταινίας, καθώς σηματοδοτεί μια επιστροφή όχι μόνο στον τόπο, αλλά και στον χρόνο μιας παιδικότητας που έχει καταπιεστεί και στην φαντασιακή επανόρθωση του τραύματός της.
* Η ταινία κέρδισε την Κρυστάλλινη Σφαίρα του 60ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Κάρλοβι Βάρι.
Karlovy Vary 2026



