του Jérémy Comte 
(κριτική: Ζωή- Μυρτώ Ρηγοπούλου)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2526_paradise.jpeg

Στην Άκρα της Γκάνα όπου ζει με φτώχια, αλλά και χαρά, ο μικρός Κότζο μεγαλώνει προσκολλημένος στον θεοσεβούμενο ψαρά πατέρα του, μπαίνοντας, όμως, στην εφηβεία αρχίζει ν’ αντιδρά στις αξίες και στις αρχές του.  Κι όταν εκείνος χάνεται σε μια καταιγίδα ο Κότζο μπαίνει σε μια συμμορία κι η αγαπημένη ιστορία του πατέρα του γίνεται έμπνευση για μια πολύ επικερδή απάτη. Δυό ηπείρους μακριά, στο Κεμπέκ του Καναδά, ένας έφηβος, ο Τόνι, που δεν γνώρισε ποτέ τον δικό του πατέρα, αντιδρά στη διαδικτυακή σχέση της μητέρας του, Σαντάλ, μ’ έναν ευρωπαίο καπετάνιο κι ανησυχεί όταν εκείνη του δανείζει χρήματα. Όταν η αλήθεια αποκαλύπτεται, ο Τόνι, πηγαίνει κρυφά απ’ τη Σαντάλ στη Γκάνα. Τα πράγματα, όμως, δεν θα εξελιχθούν για κανέναν κατά το αναμενόμενο και το παρόν μοιάζει επικίνδυνο για όλους…
Μυθοπλασία ονειρική και ρεαλιστική μαζί, που θέτει σε πολυεπίπεδη αντιπαραβολή δύο κόσμους και μιλάει για την εμπιστοσύνη, τη μοναξιά, την προδοσία, και τον έρωτα, σε σχέση και με την κοινωνικοοικονομική συνιστώσα, το Paradise, του Jeremy Comte, επωφελείται απ’ την εξαιρετική φωτογραφία και τα οπτικά εφέ, τις επιδέξιες εναλλαγές στο ρυθμό και το στιλ του. Ταυτόχρονα χάνει απ’ την αδυναμία του να κεντράρει στον μύθο που το ίδιο δημιούργησε, επανορθώνει, όμως, εν μέρει με την ποιότητα της περιπλάνησης και της κριτικής του μέσα σ’ αυτόν και παρά το μάλλον αδύναμο τέλος του -που, όμως, σε κάποιους θα είναι αρεστό- αναδεικνύεται ως ένα πολλά υποσχόμενο σκηνοθετικό ντεμπούτο.   Η αφήγηση, που χωρίζεται σε τρία μέρη (Το πλοίο, ο καπετάνιος και η φωτιά), διαθέτει σχεδόν ντοκιμαντερίστικη αμεσότητα όταν δείχνει την καθημερινότητα και τις σχέσεις των πρωταγωνιστών και μεγάλη ατμοσφαιρικότητα -που τονίζεται ενίοτε με υπέροχα μπλε ή φούξια ή φλόγες- όταν μπαίνει στον κόσμο της φαντασίωσης, των σκέψεων και του ανάμεσα της πραγματικότητας και του ονείρου. Ο άνθρωπος χάνεται μέσα στη φύση εδώ έτσι όπως χάνεται και στις φαντασιώσεις του. Η κάμερα δεν υιοθετεί καμία ματιά, δείχνεται, όμως, τρυφερή στις αδυναμίες όλων. 
Παρ’ ότι η εφηβεία (και κάποιων ενηλίκων…) μπαίνει ως θέμα εδώ, η ιστορία δεν γίνεται εν τέλει ταινία διπλής (ή και τριπλής) ενηλικίωση ή καταστροφής, παρά μένει στην κόψη ενός ξυραφιού, ούτε και πολιτικοποιείται παραπάνω απ’ αυτό που εμφανώς δείχνει ή λέει. Ο Καναδός Compte, ίσως και χάρη στη συνεργασία του με τον Will Niava με τον οποίο έγραψαν μαζί το σενάριο, κατορθώνει να δώσει μια Αφρικανική χροιά στο μαγικό ρεαλισμό του, να προσδώσει δηλαδή μια μυθολογική διάσταση στην ιστορία. Ο πατέρας ως παρουσία/απουσία κι έλλειψη, όριο και περιορισμός, επιθυμία κι ανάγκη έως και οιδιπόδειο σύμβολο είναι στο κέντρο του μύθου αυτού, αποτελεί το ίδιο το υπόβαθρο του Paradise, κι είναι κρίμα που δεν γίνεται εκεί μεγαλύτερη εμβάθυνση, καθώς είναι εμφανές πως ορίζει πολύ περισσότερο την ζωή των πρωταγωνιστών και τα υπαρξιακά τους αδιέξοδα, απ’ ότι η κοινωνικοοικονομική τους κατάσταση ή ο κατασκευασμένος απ’ τον ίδιο μύθος τελικά (ίσως κι ως αθέλητη επιρροή της Δύσης) ότι ένας πελάτης αρκεί για να αλλάξει τη ζωή σου. Το τι χρειάζεται για ν’ αλλάξει η ζωή κάποιου ή για να είναι χαρούμενος με την αλλαγή, ο θεατής αφήνεται να το σκεφτεί μόνος του μέσα κι έξω απ’ την αίθουσα, καθώς επίσης κι από πόσο διαφορετικές σκοπιές μπορεί να αντιληφθεί κανείς τη δικαιοσύνη ή την αδικία. 

Panorama/ Berlinale 2026