της Dominga Sotomayor
(κριτική: Καλλιόπη Πουτούρογλου)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2526_la-perra.jpeg

Ένα ανεμοδαρμένο νησί στα ανοιχτά των ακτών της νότιας Χιλής που οι κάτοικοι του βγάζουν τα προς το ζην συλλέγοντας φύκια και οστρακοειδή. Ανάμεσά τους μια μοναχική γυναίκα, η ανεξάρτητη και σκληρά εργαζόμενη Σίλβια, σε μια από τις καθημερινές διαδρομές της, πέφτει πάνω σε ένα  αδέσποτο θηλυκό κουτάβι και εντελώς αυθόρμητα το υιοθετεί. Το βαφτίζει Γιούρι και το μεγαλώνει με φροντίδα σχεδόν μητρική. Η Γιούρι, που φαίνεται ότι έρχεται να γεμίσει ένα συναισθηματικό κενό στη ζωή της Σίλβια, τη συνοδεύει σχεδόν παντού. Ώσπου μια μέρα το σκυλί εξαφανίζεται. Η απώλειά του φέρνει στην επιφάνεια ένα στοιχειωτικό τραύμα της ηρωίδας από την παιδική ηλικία. Ένα παρελθόν που ποτέ δεν είχε αφήσει οριστικά πίσω της.
Βασισμένο στο μυθιστόρημα της Κολομβιανής συγγραφέως Pilar Quintana «The Bitch», το La Perra της χιλιανής σκηνοθέτριας και εικαστικού Dominga Sotomayor κρατάει από το βιβλίο τον αμφίσημο τίτλο του και βασικά σημεία του συναισθηματικού του πυρήνα. Τη σχέση της κεντρικής ηρωίδας με τον τόπο, τον πολύπλοκο δεσμό της με τον σκύλο και ένα τραυματικό γεγονός από το παρελθόν. Μεταφέροντας ωστόσο τη δράση από την τροπική ζούγκλα της Κολομβίας σε ένα έδαφος πιο πολύπτυχο και τραχύ, στο ωκεάνιο τοπίο ενός απομονωμένου νησιού της Χιλής, της Santa Maria και αφιερώνοντας στο θέμα της μητρότητας λιγότερο χώρο (από αυτόν που κατέχει στο μυθιστόρημα), η Sotomayor επιχειρεί να δώσει στο έργο μια άλλη διάσταση, πιο μυστηριώδη και ατμοσφαιρική. Κινούμενη διαρκώς μεταξύ του οικείου και του ανοίκειου, του ορατού και του ανείπωτου, η χιλιανή δημιουργός, γνωστή για τις βραβευμένες της ταινίες Thursday Till Sunday (2012) και Too Late to Die Young (2018), βυθίζει τον θεατή σε έναν σκοτεινό κόσμο πολλαπλών ερμηνειών. Το αναδρομικό κεφάλαιο που ρίχνει φως στο ενοχικό τραύμα της ηρωίδας είναι αφηγηματικά το ευκρινέστερο, ενώ οι παρατηρητικές σκηνές της περιπετειώδους περιπλάνησης της μικρής Γιούρι, συνιστούν μοναδικές φωτεινές στιγμές για τον θεατή, σύντομο πρελούδιο πριν την οριστική απώλεια της εποχής της αθωότητας.
Κεντρική θέση στην ταινία κατέχει η Σίλβια (συναρπαστική η ερμηνεία της Manuela Oyarzún), μια γυναίκα δυσανάγνωστη που το πρόσωπό της αποπνέει μελαγχολική θλίψη και ανθεκτικότητα, ως μια αντανάκλαση της φυσικής γεωγραφίας του τόπου της. Η Σίλβια που ζει με τον σύντροφό της μια ήσυχη ζωή, ακολουθεί μια επαναλαμβανόμενη ρουτίνα μεταξύ χειρωνακτικής εργασίας, τηλεοπτικών εκπομπών ταλέντων και της φροντίδας ενός εγκαταλελειμμένου και μυστηριώδους μοντερνιστικού σπιτιού. Ο ερχομός της Γιούρι στη ζωή της και όσα θα ακολουθήσουν συνιστούν τον άξονα γύρω από τον οποίο περιστρέφεται η δράση. Το La Perra παρακολουθεί στην ουσία τα διαφορετικά στάδια της σχέσης των δύο κεντρικών ηρώων (ανθρώπου και ζώου). Ο τρόπος που οι ιστορίες τους τέμνονται, συγκλίνουν και απομακρύνονται, η αλληλεπίδρασή τους και οι επακόλουθες συναισθηματικές μεταπτώσεις και μεταμορφώσεις της ηρωίδας, συνιστούν τον πυρήνα της ταινίας. 
Η Sotomayor απεικονίζει τις εκφάνσεις αυτής της σχέσης με έναν τρόπο σωματικό και γήινο, χρησιμοποιώντας όλα τα στοιχεία της φύσης αλλά και με έναν λυρισμό και τρόπους ονειρικούς στα μεταβατικά σημεία της ταινίας. Για να σκιαγραφήσει τελικά, μέσα από μια ιστορία διάψευσης και αναθεώρησης, το πορτρέτο μιας γυναίκας που κουβαλώντας ένα βαρύ ψυχικό τραύμα και επιμένοντας να παραβλέπει το ανεξέλεγκτο της φύσης, ανακαλύπτει την απωθημένη λαχτάρα και τρυφερότητα αλλά καλλιεργεί και παράλογες προβολές και ψευδαισθήσεις κτητικότητας απέναντι σε ένα πλάσμα, που δεν είναι τίποτα άλλο από ένα πνεύμα ατίθασο και ελεύθερο, όπως ακριβώς και η ίδια. 

Φεστιβάλ Καννών (Quinzaine des cinéastes) 2026