του Cristian Mungiu
(κριτική: Σπύρος Γάγγας)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2526_fjord-2.jpeg

Με φόντο τη ρουμανική εκδοχή του αποφθέγματος «το ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο», ο Κρίστιαν Μουντζίου, ένας εκ των κορυφαίων του σύγχρονου ρουμανικού σινεμά, επιχειρεί προβοκατόρικα, σκωπτικά, αλλά και με αρκετά σύνθετη αντίληψη να στηλιτεύσει το αποστειρωμένο κοινωνικό κράτος της Νορβηγίας και να καταρρίψει τον μύθο της τέλειας και συμπεριληπτικής κοινωνίας. Στη νέα του ταινία «Fjord», εμπνέεται από πραγματικά γεγονότα και καταγράφει την άφιξη μιας πολύτεκνης και βαθιά θρησκευόμενης οικογένειας από τη Ρουμανία στη Νορβηγία και την απομονωμένη κωμόπολη Άσελουντ. Ο πατέρας είναι Ρουμάνος (εξαιρετική η συστολή του Σεμπάστιαν Σταν) και η μητέρα Νορβηγίδα (η Ρενάτε Ρέινσβε ισορροπεί με αφοπλιστική άνεση ανάμεσα στον μητρικό ρόλο και το ελεγχόμενο σοκ από την απόφαση της Πρόνειας), τους οποίους, μαζί με τα πέντε παιδιά τους, η μικρή κοινότητα καλωσορίζει με θαλπωρή. Με την υποψία όμως άσκησης (ήπιας) σωματικής βίας στα μεγαλύτερα παιδιά, κινητοποιείται με αξιοθαύμαστη αποτελεσματικότητα ένας μηχανισμός ελέγχου και απομάκρυνσης των παιδιών από την οικογενειακή εστία μέχρι να ολοκληρωθεί η έρευνα. Παράμετρος της διαδικασίας αυτής είναι και η υποψία του θρησκευτικού προσηλυτισμού, καθώς η οικογένεια ακολουθεί με ευλάβεια το Πεντηκοστιανό της δόγμα.
Φαινομενικά, ο Μουντζίου κάνει λίγα πράγματα σκηνοθετικά, ωστόσο αυτά είναι άψογα: Αρχίζοντας από μια αξιοθαύμαστη καθοδήγηση των ηθοποιών, η οποία καταγράφει έως και τα βλέμματα των χαρακτήρων με σεισμογραφική ευαισθησία (υποδειγματική η σκηνή στο δικαστήριο), παρασύρει τον θεατή σε μια μυσταγωγική εμπειρία ως προς τη δυναμική εντός της οικογένειας και τη σχέση της με τον εξωτερικό κόσμο. Εδώ ο Μουντζίου χρησιμοποιεί μια εκλεπτυσμένη σημειολογία ως προς την «έξοδο» από το εκάστοτε κοινωνικό σύστημα. Το κάλεσμα για αυτονομία είναι αυτό του διαβόλου/αγγέλου, διότι παραβιάζεται το οικογενειακό, κοινωνικό και πολιτισμικό όριο – κάτι όμως που αποτελεί και προϋπόθεση για την ελευθερία της βούλησης. Το δεύτερο πράγμα που κατακτά η ταινία είναι το σχετικά λιτό πλαίσιο: το μικρό Άσελουντ είναι συμπιεσμένο ανάμεσα στις κορυφές και καλυμμένο από το χιόνι. Αυτή η λευκή υφή, που στην αρχή μαρτυρά μια κοινότητα αμόλυντη τρόπον τινά, αποτελεί υπόδειγμα του κοινωνικού κράτους και της συμπερίληψης, αποδεικνύεται όμως ασφυκτική ως πολιτισμικό «φιορδ». Τέτοιες σημειολογικές πτυχές αποτυπώνει σε μεγαλοπρεπή πανοραμίκ η κάμερα του διευθυντή φωτογραφίας Τούντορ Βλάντιμιρ Παντούρου, ο οποίος έχει δουλέψει επανειλημμένως με τον Μουντζίου. Ωστόσο, στη διαλεκτική του σκηνοθέτη, η διέξοδος προς μια καλύτερη ζωή κρύβει ένα άλλου τύπου κελί, όπου οι παραδοσιακές αξίες της κάθε εθνοτικής ομάδας υποτάσσονται «βίαια» στο κυρίαρχο μοντέλο ελέγχου της οικογένειας. Αυτό συμβαίνει σε σύμπνοια με τις επιταγές της συμπεριληπτικής κοινωνίας, της ήπιας γονεϊκότητας (που κι αυτή γεννά παθολογίες, όπως υπογραμμίζεται με αβίαστη ευκρίνεια και εντός του προοδευτικού ζεύγους εκπαιδευτικών) και της ακύρωσης της βιολογικής ταυτότητας.
Φέρνοντας πρόσωπο με πρόσωπο δύο ηθικούς φονταμενταλισμούς (δηλαδή, τον εκκοσμικευμένο, με δόγμα το μονοπώλιο της ορθής κοινωνίας, και αυτόν της θρησκευτικής αρετής, με αυστηρούς κανόνες πειθάρχησης), ο Μουντζίου κάμπτει αυτόν που τώρα κυριαρχεί, δηλαδή τον πρώτο, δίχως αυτό να συνεπάγεται την άνευ όρων υιοθέτηση του δεύτερου. Ο σκηνοθέτης δεν ευαγγελίζεται την επιστροφή σε παραδοσιακά πρότυπα. Μάλλον ενεργοποιεί την παράδοση ως ένα βιωματικό αγκυροβόλιο το οποίο, παρά τις ατέλειές του, δεν ουδετεροποιείται ή «βελτιώνεται» πατερναλιστικά από ένα ξένο κοινωνικό σύστημα.
Η χριστολογική διάσταση ως προς το «υπερβατικό» γεγονός με τα παιδιά των δύο οικογενειών, η οποία ίσως ξενίσει, φανερώνει μάλλον την ουσία της αθωότητας που δοκιμάζεται από την ιδιαιτερότητα των εκάστοτε οικογενειακών υποσυστημάτων της κοινωνίας. Στιβαρό, γενναίο και πολιτικά επίκαιρο σινεμά!

FJORD, Κρίστιαν Μουντζίου, Ρουμανία/Γαλλία/Δανία/Φινλανδία/Νορβηγία/Σουηδία, 2026