της Marlene Emilie Lyngstad 
(κριτική: Σπύρος Γάγγας)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2627_cute.jpeg

Ερχόμενη αντιμέτωπη με το εξαιρετικά δύσκολο και απαιτητικό ζήτημα της παιδοφιλίας, η Νορβηγίδα σκηνοθέτρια Μαρλέν Έμιλυ Λίνγκσταντ παίρνει μεγάλο ρίσκο προκειμένου να κρατήσει την προσοχή του θεατή και όχι να προκαλέσει την αποστροφή του. Το καταφέρνει επειδή διατηρεί την πλοκή στο επίπεδο της φαντασίωσης και της εκπλήρωσής της αποκλειστικά μέσα από τη σεξουαλική σχέση δύο ενήλικων χαρακτήρων.
Ο παντρεμένος και με μικρό παιδί Ρίτσαρντ αποφασίζει να χωρίσει. Επιστρέφει στο σπίτι της κατάκοιτης μητέρας του, όπου γνωρίζει τη Στέλλα, τη γυναίκα που τη φροντίζει. Γρήγορα γίνεται σαφές ότι ο Ρίτσαρντ βασανίζεται από παιδοφιλικές φαντασιώσεις. Στο πρόσωπο της Στέλλα συναντά μια γυναίκα με τραύμα κακοποίησης, η οποία αρέσκεται στο να παριστάνει το «νυμφίδιο» σε μια παράλληλη ζωή. Μαζί θα αφεθούν σε ένα παιχνίδι ρόλων «πατέρα» και «κόρης».
Ενώ η ταινία αποφεύγει σοφά τις αδικαιολόγητα γλαφυρές απεικονίσεις της παιδικής κακοποίησης και έτσι παραμένει αξιοθέατη, εντούτοις διαποτίζεται από μια νοσηρή κοσμοθεωρία που υπογραμμίζει τη μερική ανακύκλωση της διαστροφής και του τραύματος, καθώς και των γηρατειών και του θανάτου. Είναι σίγουρα καλοπαιγμένη: ο Γιαν Γκούναρ Ρόισε δίνει μια γενναία ερμηνεία ως ο πατέρας που ισορροπεί μεταξύ κανονικότητας και απαγορευμένης σεξουαλικής φαντασίωσης, με τη συστολή στο πρόσωπό του να αποδίδει έξοχα την εσωτερική πάλη ενστίκτων και νου. Από την άλλη πλευρά, η Τζίνα Ζακλίν, ως Στέλλα, κινείται με άνεση στον ρόλο μιας «πεταλουδίτσας» με συνθλιμμένη παιδική ηλικία. Γυρισμένη στο πνεύμα του σκανδιναβικού ρεαλισμού με αναφορές στο κίνημα του «Δόγματος», η ταινία αν μη τι άλλο χαρακτηρίζεται από εξαιρετικές, ρεαλιστικές ερμηνείες. Ωστόσο, ο ωμός ρεαλισμός δίχως τα λυτρωτικά αναχώματα της κλασικής αφήγησης, καθώς και η επίμονη εμμονή με τη θλίψη, τη φθορά και τον θάνατο ως αναπόδραστα αντίβαρα στην παιδική και νεανική αθωότητα, καθιστούν το φιλμ σε ορισμένα σημεία μια βασανιστική εκτροπή.
Θα πρέπει όμως να υπογραμμιστεί ότι η Λίνγκσταντ κατορθώνει να κινητοποιήσει στον θεατή αντανακλαστικά «συμπόνοιας» για δύο βασανισμένους ανθρώπους που βρίσκουν αμοιβαίο καταφύγιο στη νοσηρή σεξουαλική φαντασίωση — ένα αποτέλεσμα που λειτουργεί ως κατάλοιπο εντός ενός κινηματογραφικού στυλ το οποίο ελάχιστα λυτρώνει και κυρίως αλλοτριώνει.

Cute, Μαρλέν Έμιλυ Λίνγκσταντ, Δανία/Νορβηγία/Σουηδία, 2026

San Sebastian 2026