(The City of the Living)
του Edoardo Gabbriellini
(κριτική: Καλλιόπη Πουτούρογλου)![]()
Ένα ζευγάρι μπροστά στο δίλημμα της επιλογής μωρού για υιοθεσία. Το ένα από τα τρία τους χαμογελά και θα το πάρουν σπίτι. Είκοσι τρία χρόνια μετά ο Luca δεν έχει καταφέρει να τελειώσει το σχολείο, παρακολουθεί μαθήματα σε εσπερινό το οποίο στην πορεία εγκαταλείπει, ενώ περιστασιακά βοηθάει τον πατέρα του στη δουλειά. Στον ελεύθερο χρόνο του, όταν δε συναντάει την κοπέλα του, περιφέρεται στη γειτονιά με τους φίλους του, ένα εμφανώς παραμελημένο προάστιο της Ρώμης. Χωρίς ξεκάθαρο σκοπό ή προσανατολισμό, ο Luca μοιράζει τη ζωή του μεταξύ της στοργικής οικογενειακής εστίας και έωλων σχεδίων για το μέλλον, όπως έναν γάμο ή την αγορά ενός διαμερίσματος. Σε μια ηλικία όπου όλα φαίνονται πιθανά αλλά και ανέφικτα, το αγόρι με το ευγενικό πρόσωπο και τα γλυκά χαρακτηριστικά γλιστράει «αβίαστα και ανεπαίσθητα», με τον αέρα της ναρκισσιστικής νιότης αλλά και αθωότητας, σε έναν σκοτεινό κόσμο χωρίς επιστροφή.
Βασισμένη στο μυθιστόρημα «Η πόλη των ζωντανών» του Nicola Lagioia, η πέμπτη ταινία του ηθοποιού και σκηνοθέτη Edoardo Gabbriellini επιχειρεί την ελεύθερη διασκευή μιας ιστορίας που σόκαρε το 2016 την ιταλική κοινή γνώμη, ενός αποτρόπαιου εγκλήματος, μιας πράξης τυφλής και παράλογης βίας. Ο Gabbriellini παρακολουθεί τους τελευταίους μήνες της ζωής του Luca Varani, την κοινοτοπία της καθημερινότητάς του, αποχρωματίζοντάς την από ενδείξεις ψυχολογικές ή κοινωνιολογικές, από προφανείς ερμηνείες ή εξηγήσεις. Ό,τι προέχει είναι η κανονικότητα των σχέσεων, η επανάληψη, η καθησυχαστική σχεδόν αναπαράσταση του οικείου. Η μετάβαση στη διπλή ζωή στην οποία περνάει ο ήρωας γίνεται αθόρυβα, χωρίς προαναγγελίες ή προειδοποιήσεις. Κι όμως μέσα από την αδιαφάνεια του ήρωα και των κινήτρων του, μέσα από υπαινιγμούς και υποδείξεις, ο θεατής ανιχνεύει αν μη τι άλλο την αβεβαιότητα των επιθυμιών του, μια αίσθηση σύγχυσης και ευθραυστότητας, τη δυσκολία προσανατολισμού στον δρόμο του για την ενηλικίωση. Με μία γραμμική και νατουραλιστική αφήγηση ο Gabbriellini σκιαγραφεί συνοπτικά τους μικρόκοσμους μέσα στους οποίους κινείται ο Luca, χωρίς ιδιαίτερο συναισθηματικό βάθος, είτε είναι οι συμπαθείς μετανάστες-συμμαθητές του, είτε οι παλιόφιλοι της γειτονιάς, είτε οι γονείς που τον υπεραγαπούν και η κοπέλα του που τον λατρεύει, είτε είναι οι νέοι «φίλοι» του, αυτοί του περιθωρίου και της νύχτας. Κρατώντας τη θέση ενός ψυχρού παρατηρητή και αποφεύγοντας σκηνές ή και υπόνοιες βίας, αφήνει ωστόσο μικρές ρωγμές και αμφιταλαντεύσεις, θολές γραμμές ανεξιχνίαστες, προπομπό για ένα τέλος στο οποίο ο νεαρός ήρωας εισέρχεται ανυπεράσπιστος και ανυποψίαστος, όπως ακριβώς και ο θεατής.
La Biennale di Venezia 2026/ Orizzonti



