του Ah Biao
(κριτική:  Δημήτρης Μπάμπας)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2627_border.jpeg

Υπόγειες στοές ενός ορυχείου. Οι εργάτες που εσπευσμένα το εκκενώνουν.  Μετά την κοπιαστική εργασία, χαλάρωση στην μπανιέρα του ορυχείου. 
Κεντρικός χαρακτήρας της αφήγησης ένας εργάτης ορυχείων ζει μια ταπεινή ζωή στην καταθλιπτική εργατούπολη.  Εργασία και επιστροφή στο σπίτι, όπου μένει μαζί με τον μεγαλύτερης ηλικίας συγκάτοικο και συνάδελφο του. Καμία γυναικεία παρουσία δεν χρωματίζει τη ζωή του. Ο ήρωας συχνά γίνεται αντικείμενο σεξουαλικής εκμετάλλευσης από το συνάδελφό του.  Μόνη διέξοδος, μόνη ακτίνα ελπίδας σ’ αυτήν την δύσκολη ζωή μια νεαρή πόρνη της οποίας πελάτες της είναι οι εργάτες των ορυχείων.
Εσωτερική Μογγολία. Οι εσχατιές της Κίνας. Ο χώρος: μια κωμόπολη κρύα, γεμάτη λασπωμένους δρόμους, χωρίς ίχνος αστικής -κοινωικής ζωής, χωρίς ανθρώπινο συγχρωτισμό. Τόνοι σκοτεινοί, χρώματα μουντά, μια ζωή γκρίζα.  Η σκηνογραφία της ταινίας είναι σχεδιασμένη σε τόνους χρωματικά ανάλογους και καταθλιπτικούς... 
Οι άνδρες κάτοικοι- εργάτες αυτής της πόλης στιγματίζονται από τη ανάγκη για συναισθηματική επαφή , από τη σεξουαλική πείνα. Απωθημένες επιθυμίες σε μια βαλτωμένη αδιέξοδη ζωή.
Στατικά πλάνα, ένα σκηνοθετικό ύφος που συχνά θυμίζει το σινεμά του Άκη Καουρισμάκι, αλλά και με αναφορές στο σινεμά του Jia Zhang-ke. Πλάνα μακρινά, χώροι κενοί και άδειοι από συναισθήματα. Ένα σκηνοθετικό ύφος ψυχρό και αποστασιοποιημένο. Αφηγηματικοί ρυθμοί αργοί. Μια αφήγηση και δραματική πλοκή που  σιγά-σιγά θρυμματίζεται, που χάνει η συνοχή της, που χάνει τις ισορροπίες της, που σιγά σιγά απογυμνώνεται για να μείνει μόνο το τοπίο μιας ασιατικής στέπας. Και η απελπισία, τα ανεκπλήρωτα όνειρα, το κενό της ύπαρξης...

San Sebastian 2026