Είδα και απόλαυσα το ωραίο αισθητικά φιλμ "Πατρίδα" (Fatherland) του διακεκριμένου Πολωνού σκηνοθέτη Πάβελ Παβλικόφσκι, για το τελευταίο ταξίδι του Τόμας Μαν, γέρου, με τη συνοδεία της κόρης του, στη Δυτική και την Ανατολική Γερμανία, για να παραλάβει εκεί βραβεία για το έργο του.
Η σκηνοθεσία και η εικόνα της ταινίας του Παβλικόφσκι διακρίνεται για την εικαστικότητα των γεωμετρικών και ασπρόμαυρων, υποβλητικών εικόνων του, που δημιουργεί μια απαισιόδοξη ατμόσφαιρα… Η «Πατρίδα» ασχολείται, με λεπτή ειρωνεία, περισσότερο με το τι βλέπουμε στην ακραία πειθαρχημένη, αυταρχική, κομμουνιστική Ανατολική Γερμανία των ρομποτοποιημένων ατόμων.
Η σύνδεση του ταξιδιού του Τόμας Μαν το 1949 με τον Γκαίτε είναι άμεση και συμβολική, καθώς αφορούσε τον εορτασμό των 200 χρόνων από τη γέννηση του Γκαίτε (1749–1949). Το σενάριο άντλησε στοιχεία από το μυθιστόρημα Ο Μάγος του Colm Tóibín, που καταπιάνεται με τη ζωή του Τόμας Μαν .
Η καλή ταινία μου άφησε κάποια κενά, βρήκα πως είχε ορισμένες ελλείψεις, παρά την πολύ καλή σκηνοθεσία της. Ο Τόμας Μαν θα μπορούσε να πει στην ταινία και άλλα πολύ ουσιώδη πράγματα για τον πολιτισμό και τη δημοκρατική κουλτούρα σύμφωνα με τις δικές του ιδέες και απόψεις, και την παρακαταθήκη του Γκαίτε, στη διχασμένη Γερμανία,- αυτό ήταν έλλειψη του σεναρίου. Ουσιαστικά έτσι το σενάριο και το φιλμ αδίκησε τρόπον τινά τη βαθυστόχαστη σκέψη του Τόμας Μαν.
Στην ιστορική και εξαιρετικά φορτισμένη ομιλία του το 1949 με τίτλο «Ο Γκαίτε και η Δημοκρατία», την οποία εκφώνησε αυτούσια τόσο στη Φρανκφούρτη (Δύση) όσο και στη Βαϊμάρη (Ανατολή), ο Τόμας Μαν ανέπτυξε τις ιδέες του για τον γερμανικό πολιτισμό. Ο Τόμας Μαν δεν αναγνωρίζει δύο Γερμανίες αλλά μία Γερμανία. Η περίφημη δήλωσή του στη Φρανκφούρτη, «Δεν γνωρίζω ζώνες. Η επίσκεψή μου αφορά τη Γερμανία ως σύνολο», συμπυκνώνει τη βασική του θέση: Παρά τη γεωγραφική και πολιτική διαίρεση της χώρας, η Γερμανία εξακολουθεί να αποτελεί μια ιστορική και πολιτισμική ενότητα. Για τον Μαν, τα πολιτικά σύνορα δεν μπορούν να ακυρώσουν την κοινή γλώσσα, την πολιτισμική παράδοση και την ιστορική μνήμη. Η γερμανική γλώσσα λειτουργεί ως πνευματική πατρίδα και ως δεσμός ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση, ενώ ο ανεξάρτητος συγγραφέας, ο Τόμας Μαν, μπορεί να λειτουργήσει συμβολικά ως φορέας αυτής της ενότητας. Ο γερμανικός πολιτισμός, επομένως, δεν ανήκει ούτε στον καπιταλισμό ούτε στον κομμουνισμό, αλλά αποτελεί κοινή πνευματική κληρονομιά. Η πνευματική ενότητα, κατά τον Τόμας Μαν, πρέπει να προηγηθεί της πολιτικής ενότητας. Η πραγματική γερμανική επανένωση δεν μπορεί να προκύψει μόνο από πολιτικές αποφάσεις, αλλά προϋποθέτει τη διατήρηση μιας κοινής πολιτισμικής και πνευματικής συνείδησης, πάνω στην οποία θα μπορούσε αργότερα να στηριχθεί και η πολιτική αποκατάσταση της ενότητας.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Γκαίτε αποκτά κεντρική συμβολική σημασία. Ο Τόμας Μαν τον παρουσιάζει ως τον κατεξοχήν ολοκληρωμένο Γερμανό και ως γέφυρα ανάμεσα στη γερμανική παράδοση και τον ευρωπαϊκό ανθρωπισμό. Ο Γκαίτε εκφράζει μια Γερμανία κοσμοπολίτικη, ανοιχτή στον κόσμο και απαλλαγμένη από τον εθνικιστικό απομονωτισμό και τον σοβινισμό του Γ΄ Ράιχ. Η παρουσία του Γκαίτε λειτουργεί έτσι ως πρότυπο μιας Γερμανίας που μπορεί να ξανασυνδεθεί με τις ανθρωπιστικές και δημοκρατικές αξίες της Ευρώπης. Η διπλή επίσκεψη του Τόμας Μαν στη Φρανκφούρτη και στη Βαϊμάρη αποκτά, από αυτή την άποψη, ιδιαίτερο συμβολισμό: Ο Γκαίτε αποτελεί κοινό πολιτισμικό σημείο αναφοράς για τις δύο πλευρές της διαιρεμένης χώρας.
Παράλληλα, ο Τόμας Μαν απορρίπτει την αντίληψη ότι υπάρχουν δύο διαφορετικές Γερμανίες, μία «καλή» και μία «κακή». Η γερμανική ιστορία είναι ενιαία και περιλαμβάνει τόσο τη μεγάλη ανθρωπιστική και πολιτισμική της παράδοση όσο και τις δυνάμεις που οδήγησαν στον ναζισμό και την καταστροφή. Επομένως, η ανασυγκρότηση της Γερμανίας δεν μπορεί να βασιστεί ούτε στην εξιδανίκευση του παρελθόντος ούτε στη συλλογική αθώωση, αλλά απαιτεί αυτοκριτική και ηθική αναμέτρηση με την πρόσφατη ιστορία.
Ιδιαίτερη θέση έχει και η σχέση πολιτισμού και δημοκρατίας. Ο Μαν αναγνωρίζει ότι ο Γκαίτε δεν ήταν ένας σύγχρονος δημοκράτης και ότι το έργο και η προσωπικότητά του περιέχουν αντιφάσεις και συντηρητικές τάσεις. Ωστόσο, προβάλλει την «αγάπη για τη ζωή», την προσωπική καλλιέργεια και τον σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια ως στοιχεία του γερμανικού ανθρωπισμού που μπορούν να συνδεθούν με τις δημοκρατικές αξίες. Με αυτόν τον τρόπο, η δημοκρατία δεν παρουσιάζεται ως ξενόφερτο πολιτικό σύστημα, αλλά ως δυνατότητα εξέλιξης των καλύτερων στοιχείων της γερμανικής πνευματικής παράδοσης.
Τέλος, η ομιλία έχει έντονο χαρακτήρα ηθικής αυτοκριτικής. Ο Μαν δεν χρησιμοποιεί την αναφορά στη μεγάλη γερμανική κουλτούρα για να παρακάμψει την ευθύνη της Γερμανίας για τη ναζιστική καταστροφή. Η επιστροφή στις πολιτισμικές της ρίζες πρέπει, αντίθετα, να αποτελέσει αφετηρία πνευματικής κάθαρσης και αναγέννησης. Η κουλτούρα οφείλει πλέον να συμμετέχει ενεργά στην υπεράσπιση της ειρήνης, της δημοκρατίας και της ανθρώπινης προόδου.
Έτσι, η παρέμβαση του Τόμας Μαν το 1949 μπορεί συνολικά να ιδωθεί ως προσπάθεια να διασωθεί η ιδέα μιας ενιαίας Γερμανίας μέσα από τη γλώσσα, τον πολιτισμό, τον ανθρωπισμό και την κοινή ιστορική συνείδηση, χωρίς ο ίδιος να προσχωρήσει πολιτικά ούτε στην Ανατολική Γερμανία ούτε στη Δυτική Γερμανία. Η επιλογή του να επισκεφθεί τόσο τη Φρανκφούρτη όσο και τη Βαϊμάρη εξέφραζε ακριβώς αυτή την πρόθεση: να μην αποδεχθεί την πολιτική διαίρεση ως οριστική διάλυση της γερμανικής πνευματικής κοινότητας.




