(Πατρίδα)
του Paweł Pawlikowski
(κείμενο: Μίμης Χρυσομάλλης) ![]()
Πατρίδα, Ιστορία, Επιστροφή: σχόλιο για το Fatherland του Πάβελ Παβλικόφσκι
Ποια είναι η θέση του δημιουργού απέναντι και μέσα στην Ιστορία; Μπορεί η τέχνη, και συγκεκριμένα η λογοτεχνία, να λειτουργήσει ως αντίδοτο στη βαρβαρότητα και να επουλώσει τις πληγές από μια τραγωδία όπως ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος; Είναι η πατρίδα ένας τόπος περισσότερο πραγματικός ή φαντασιακός; Και πόσο βαραίνουν τελικά τα συλλογικά τραύματα σε σχέση με τις προσωπικές τραγωδίες του καθενός;
Αυτά είναι μερικά μόνο από τα ερωτήματα με τα οποία καταπιάνεται ο Παβλικόφσκι στη νέα του ταινία Πατρίδα (Fatherland). Γυρισμένη σε ασπρόμαυρο φιλμ και τετράγωνο κάδρο, η ταινία μένει πιστή στη γνώριμη αισθητική που παραπέμπει στις προηγούμενες ταινίες του σκηνοθέτη (Ida, Ψυχρός Πόλεμος), ολοκληρώνοντας παράλληλα μια άτυπη τριλογία με θεματικό άξονα που περιστρέφεται γύρω από διαφορετικές όψεις της πρώιμης ψυχροπολεμικής Ιστορίας στην Ευρώπη.
Μέσα από ένα ιδιότυπο οδοιπορικό στη διχοτομημένη Γερμανία του 1949, ακολουθούμε τον γνωστό συγγραφέα Τόμας Μαν σε μια επίσημη επίσκεψή του στη Γερμανία με αφορμή τα 200 χρόνια από τη γέννηση του Γκαίτε, μετά από 16 χρόνια εξορίας από την πατρική του γη. Στη διάρκεια της επίσκεψης ο Μαν, που συνοδεύεται από την κόρη του Έρικα, θα έρθει αντιμέτωπος με την μεταπολεμική πραγματικότητα μιας Γερμανίας βαθιά τραυματισμένης και διχασμένης. Παράλληλα, η σχέση του με την Έρικα θα δοκιμαστεί μέσα από μια οικογενειακή τραγωδία, καθώς κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στη Γερμανία μαθαίνουν για την αυτοκτονία του Κλάους, γιου του Μαν και αδερφού της Έρικα, συγγραφέα του γνωστού μυθιστορήματος «Μεφίστο» (μεταφέρθηκε στην οθόνη το 1981 από τον Ούγγρο István Szabó).
Η Έρικα, συντετριμμένη από την απώλεια του αγαπημένου της αδερφού, θα αποκαλέσει τον πατέρα της «ψυχρό ναρκισσιστή», κατηγορώντας τον πως προσπαθεί να κρυφτεί μέσα σε ένα «κάστρο από λέξεις», νοιάζοντας μόνο για την υστεροφημία και τη λογοτεχνική του κληρονομιά. Μπορούν όμως τα γραπτά και οι ομιλίες του να αλλάξουν πράγματι κάτι; Ή η τύχη της χώρας τους – της χώρας των Γκαίτε, Καντ, και Νίτσε – βρίσκεται πλεόν «στα χέρια του Στάλιν και του Μίκυ Μάους»;
Αν ο ομηρικός Οδυσσέας χρειάστηκε να περιπλανηθεί για χρόνια μέχρι να φτάσει τελικά στην Ιθάκη, είχε όμως έναν σίγουρο προορισμό, ήξερε πως τον περίμεναν εκεί το σπίτι του, οι δικοί του άνθρωποι, η Πηνελόπη. Στην περίπτωση του Μαν, ο εξόριστος γυρίζει μεν σώματι στην πατρίδα, εκεί όμως συνειδητοποιεί πως δεν έχει πλέον δικό του «σπίτι». Η Ιστορία έχει αποφανθεί αμετάκλητα, και ο καθένας πρέπει να πάρει τη θέση του αναλόγως.
Καθώς η αφήγηση ξεδιπλώνεται, παρακολουθούμε τα πλάνα να διαδέχονται το ένα το άλλο από ψηλά, σαν πίσω από την κάμερα να βρίσκεται ο «άγγελος της ιστορίας» που, σύμφωνα με τον Βάλτερ Μπένγιαμιν, έχει το πρόσωπό του στραμμένο προς το παρελθόν και «όπου εμείς βλέπουμε μια αλυσίδα γεγονότων, αυτός βλέπει μία μοναδική καταστροφή, που συσσωρεύει αδιάκοπα ερείπια επί ερειπίων» (σημειωτέον πως ο Μπένγιαμιν αυτοκτόνησε το 1940 ενώ επιχειρούσε να διαφύγει από τους Ναζί).
Ως επί το πλείστον, η ματιά του Παβλικόφσκι είναι – κατά το γνώριμο ύφος του – φαινομενικά ψύχραιμη, συγκρατημένη, και αποστασιοποιημένη. Το συναισθηματικό βάρος της ταινίας εμπεριέχεται σχεδόν αυτούσιο και μοιράζεται ανάμεσα στην πρώτη και την τελευταία σκηνή, που λειτουργούν ως δύο αγκύλες που περικλείουν τη βασική αφήγηση. Στην εναρκτήρια σκηνή, που αποπνέει μια αίσθηση μοναξιάς και απόγνωσης, παρακολουθούμε μια τηλεφωνική συνομιλία μεταξύ της Έρικα και του Κλάους, όπου προοικονομείται ο τραγικός χαμός του τελευταίου. Στο κλείσιμο της ταινίας, παρουσιάζεται διακριτικά η συμφιλίωση μεταξύ του Μαν και της Έρικα, μέσω του κοινού τους πένθους για την απώλεια του Κλάους, που συνεχίζει να είναι οδυνηρά αισθητή.
Η αίσθηση μιας – εφήμερης και ατελούς έστω – λύτρωσης θα έρθει μέσα από τη μουσική του Γ. Σ. Μπαχ. Καθώς ο Μαν και η Έρικα σταματάνε να δούνε τα ερείπια μιας έπαυλης στον δρόμο του γυρισμού, βρίσκουν δύο άντρες να κουρδίζουν ένα εκκλησιαστικό όργανο. Πατέρας και κόρη κάθονται πάνω στα συντρίμμια με κρατημένα τα χέρια, ενώ αρχίζουν να ακούγονται δειλά οι νότες από ένα γνωστό χορικό του Μπαχ (“Jesu, Joy of Man's Desiring”, BWV 147), γεμίζοντας σιγά σιγά τον χώρο, ως μια ανάμνηση ενός παρελθόντος κόσμου που μοιάζει να έχει χαθεί ανεπιστρεπτί…



