Ο Βάσκο Πρέγκελι (Vasko Pregelj) υπήρξε μία από τις πιο πολυσύνθετες, αυθεντικές και για δεκαετίες λησμονημένες φυσιογνωμίες του σλοβενικού και γιουγκοσλαβικού κινηματογράφου. Γεννημένος στη Λιουμπλιάνα, δραστηριοποιήθηκε ως σκηνοθέτης, σεναριογράφος, διευθυντής φωτογραφίας, ζωγράφος, γλύπτης, φωτογράφος και θεωρητικός του κινηματογράφου. Ήδη από την ηλικία των δεκαέξι ετών, άρχισε να συνθέτει τη ζωγραφική, τη γλυπτική, τον ήχο και την κινούμενη εικόνα σε μια ενιαία, ριζοσπαστική καλλιτεχνική χειρονομία.
Το έργο του αναπτύχθηκε στο πλαίσιο των ερασιτεχνικών κινηματογραφικών λεσχών της σοσιαλιστικής Γιουγκοσλαβίας, από τη δεκαετία του 1960 και έπειτα, σε χώρους που προσέφεραν στους νέους δημιουργούς τη δυνατότητα να πειραματιστούν με ριζοσπαστικές κινηματογραφικές φόρμες, παράλληλα με τις αντίστοιχες αναζητήσεις της διεθνούς πρωτοπορίας. Ωστόσο, οι δημιουργίες του παρέμειναν για χρόνια στο περιθώριο της επίσημης κινηματογραφικής ιστοριογραφίας, ενώ οι ταινίες του θεωρούνταν χαμένες για περίπου είκοσι πέντε χρόνια, μέχρι την πρόσφατη αποκατάσταση και επανανακάλυψή τους από ερευνητές και επιμελητές.
Το σκηνοθετικό ύφος του Πρέγκελι χαρακτηρίζεται από έναν έντονα αβανγκάρντ, φαντασιακό και ονειρικό χαρακτήρα, που αποδίδεται εύστοχα με τον όρο «πυρετώδη όνειρα» (fever dreams). Στον πυρήνα της αισθητικής του βρίσκεται η οργανική σύνθεση διαφορετικών τεχνών: οι ταινίες του δεν αποτελούν απλές καταγραφές της πραγματικότητας, αλλά ατμοσφαιρικά κολάζ οπτικών μεταφορών, φωτογραφιών, αντικειμένων και εικαστικών έργων, τα οποία αλληλοεπικαλύπτονται και αναδύονται το ένα μέσα από το άλλο. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, ο σκηνοθέτης καταργεί τον προφορικό λόγο και τον σχολιασμό, αφήνοντας την κινούμενη εικόνα, τα χρώματα, το φως και τις σκιές να αναπτύξουν τη δική τους αυτονομία. Το τολμηρό μοντάζ, με τον ατμοσφαιρικό ρυθμό και τις απότομες μεταβάσεις του, δημιουργεί έντονες συναισθηματικές διακυμάνσεις, αντανακλώντας την ψυχική διάθεση των θεμάτων του, ενώ η χρήση ηλεκτρονικής μουσικής ενισχύει την αίσθηση του αλλόκοτου, του ονειρικού και του ελεγειακού.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της προσέγγισης αποτελεί η ταινία De profundis (1969), στην οποία ο Πρέγκελι προσεγγίζει το έργο του πατέρα του, χρησιμοποιώντας υλικά από το ατελιέ του για να συνθέσει μια σκοτεινή, υποβλητική ελεγεία χωρίς λόγια. Μέσα από την επεξεργασία των εικαστικών εικόνων και τη δημιουργία απροσδόκητων συνδέσεων, η ταινία υπερβαίνει τα όρια μιας συμβατικής κινηματογραφικής αναπαράστασης και μετατρέπεται σε μια στοχαστική σύνθεση γύρω από τη μνήμη, την απώλεια και τον θάνατο.
Οι θεματικές αναζητήσεις του Πρέγκελι περιστρέφονται γύρω από το υποσυνείδητο, τα όνειρα και τη φαντασία, αλλά και γύρω από τη θνητότητα, τη φθορά και την ανθρώπινη ευθραυστότητα. Οι ονειρικές καταστάσεις, οι παραισθήσεις και το φανταστικό αποτελούν βασικά στοιχεία της κινηματογραφικής του γλώσσας, ενώ η σκοτεινή, πένθιμη ατμόσφαιρα πολλών έργων του προσδίδει στις εικόνες του τον χαρακτήρα μιας οπτικής ελεγείας. Παράλληλα, η μνήμη και το ιστορικό τραύμα διαπερνούν τις εικαστικές του συνθέσεις. Στο De profundis, για παράδειγμα, το μοτίβο του τραπεζιού, γύρω από το οποίο συγκεντρώνονται σημαδεμένες ανθρώπινες φιγούρες, παραπέμπει στο συλλογικό τραύμα των στρατοπέδων συγκέντρωσης του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η σχέση του ανθρώπου με τον χώρο αποτελεί επίσης σημαντικό άξονα του έργου του, είτε πρόκειται για παλιές και εγκαταλελειμμένες τοποθεσίες είτε για το φυσικό και αστικό τοπίο, το οποίο μετατρέπεται σε πεδίο προβολής ψυχικών καταστάσεων και μνημονικών ιχνών.
Στα πλαίσια της Viennale'26 παρουσιάζεται το ειδικό αφιέρωμα «Monografie: Fever Dreams of Vasko Pregelj» που εστιαζει σε αντιπροσωπευτικές στιγμές της φιλμογραφίας του. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει η Fantazija (Φαντασία, Γιουγκοσλαβία, 1965), Nokturno (Νοκτούρνο, Γιουγκοσλαβία, 1965), Rekvijem (Ρέκβιεμ, Γιουγκοσλαβία, 1966), Sanje (Όνειρα, Γιουγκοσλαβία, 1966) και Staro dvorišče (Παλιά Αυλή, Γιουγκοσλαβία, 1966). Μέσα από αυτές τις ταινίες αναδεικνύεται η ιδιαιτερότητα ενός δημιουργού που αντιμετώπισε τον κινηματογράφο ως πεδίο συνάντησης των τεχνών και ως μέσο διερεύνησης των ορίων ανάμεσα στην πραγματικότητα, τη μνήμη και το όνειρο.
(Πηγές Viennale, επεξεργασία chatgpt, copilot, gemini, duck.ai)




