(One Minute to Midnight)
του Nicolas Pariser
(κριτική: Καλλιόπη Πουτούρογλου)![]()
Μια εβδομάδα στο Παρίσι θα αναγκαστεί να μείνει ο 49χρονος Leo Saragossi (τον υποδύεται με φυσική κομψότητα ο Melvil Poupaud), πριν ταξιδέψει στην Ιταλία για να ασχοληθεί με ένα κληρονομικό θέμα. Μια εβδομάδα γεμάτη περιπλανήσεις, συναντήσεις και επανεκτιμήσεις των σχέσεων του με τις γυναίκες αλλά και της ίδιας του τελικά της ύπαρξης. Το Παρίσι υποδέχεται αυτόν τον εκπρόσωπο μιας άλλοτε κραταιάς πολιτιστικής αστικής τάξης, πρώην σημαντικό εκδότη περιοδικού που «χαράμισε το ταλέντο του» και μοιάζει μάλλον κολλημένος στο παρελθόν, άλλοτε με τυπική συγκατάβαση κι άλλοτε με ταπεινωτική απαξίωση. Αλλά και με μία διάθεση διαλλακτικής αναμέτρησης, η οποία δίνει και τον τόνο στην ταινία. Σε μια πόλη στην οποία κοινωνικά κινήματα, καθοδηγούμενα από τις πολιτικά ενεργές νεότερες γενιές έχουν αλλάξει καθοριστικά τις δομικές σχέσεις κυριαρχίας κι όπου ο αόριστος φόβος για έναν επερχόμενο φασισμό, οι αναταραχές, οι εξεγέρσεις και η αστυνομική βία βρίσκονται καθημερινά στο επίκεντρο, ο ήρωας, ως άλλος «εκτοπισμένος αριστοκράτης» παρακολουθεί απλά την εποχή να τον προσπερνά, με μια αίσθηση ματαίωσης και μελαγχολικής νοσταλγίας.
Στην τέταρτη μεγάλου μήκους ταινία του ο γάλλος σκηνοθέτης και κριτικός κινηματογράφου Nicolas Pariser, μαθητής του Éric Rohmer και πρώην συνεργάτης του Pierre Rissient, δεν κρύβει εύκολα τις σινεφιλικές καταβολές του, τόσο στην κύρια γραφή όσο και στις παρεκβάσεις της. Χτισμένο ως διαδοχή σύντομων συναντήσεων, με φόντο μια σύγχρονη σκοτεινή μητρόπολη που ζει τις τελευταίες μέρες του κράτους δικαίου, το One Minute to Midnight, αν και σε διαρκή κίνηση, στερείται επί της ουσίας συμβατικής αφήγησης, ενώ εξελίσσεται κυρίως μέσα από τους διαλόγους του. Ανάμεσα στις συζητήσεις με την ακτιβίστρια κόρη του, την οποία τώρα αρχίζει να γνωρίζει πραγματικά, με πρώην συνεργάτιδες από έναν επαγγελματικό χώρο με ιστορικό σεξουαλικής παρενόχλησης, με φίλους και πρώην συνοδοιπόρους από τους οποίους έχει απομακρυνθεί οριστικά αλλά και με τον απωθημένο μεγάλο του έρωτα, ο ήρωας φαίνεται να προχωρά διστακτικά αλλά με επίγνωση σε έναν όψιμο απολογισμό της συναισθηματικής ζωής του, που αφήνει ωστόσο τους περισσότερους από τους συνομιλητές/τριες του (κυρίως γυναίκες) ασυγκίνητους ή παγερά αδιάφορους. Ενδεχομένως και τον ίδιο τον θεατή. Γιατί μακριά από το πνευματώδες ύφος των αιχμηρών διαλόγων που συναντά κανείς στο γαλλικό σινεμά, με τις αμφιταλαντεύσεις και τις ηθικές αναζητήσεις τους, οι διαλεκτικές αντιπαραθέσεις εδώ μοιάζουν με κατασκευές που ανακυκλώνονται για την αποτύπωση του αυτονόητου. Ή με φιλάρεσκες ρητορικές, επικριτικές και απόλυτες -σημάδι ίσως κι αυτές των καιρών-, όπως αυτή του παλιού φίλου και ερωτικού ανταγωνιστή Gustave, πρώην φανατικού σινεφίλ και νυν ορθόδοξου Εβραίου, έναν χαρακτήρα που τον υποδύεται ιντριγκαδόρικα ο ίδιος ο σκηνοθέτης.
Μπορεί το One Minute to Midnight να στερείται δραματικών εντάσεων και αποκαλυπτικών αφυπνίσεων, κοφτερών διαλόγων και σφιχτού ρυθμού και να χαρακτηρίζεται από μια μετριοπάθεια, όπως αυτή του πρωταγωνιστή του, αποτυπώνει ωστόσο με εξαιρετικό τρόπο τη χημεία των σχέσεων με τον χώρο και τους ανθρώπους. Από τη μια η κίνηση στον χώρο αντικατοπτρίζει την κίνηση της ίδιας της σκέψης, ανοίγοντας διαρκώς πόρτες και διαύλους επικοινωνίας, μετατοπίζοντας τη δράση και δημιουργώντας ενδιαφέρουσες σκηνοθετημένες αντανακλάσεις, όπως αυτήν της ζωής του ήρωα στα κινηματογραφικά πλατό, μέσα από τα γυρίσματα μιας τηλεοπτικής σειράς. Από την άλλη η σχέση του με τις γυναίκες -κομβικό θέμα στην ταινία- φέρνει στο προσκήνιο τόσο τον συσσωρευμένο γυναικείο θυμό όσο και τον απόηχο ενός πιο ώριμου γυναικείου κινήματος. Γιατί μπορεί η ταινία να υιοθετεί την οπτική γωνία του ανδρικού της ήρωα, αλλά είναι οι γυναίκες εδώ που διεκδικούν τη θέση τους στην ιστορία. Ο Nicolas Pariser δεν παύει ούτε στιγμή να υπογραμμίζει την ήττα μιας γενιάς ανδρών, της οποίας η αδράνεια και η παθητικότητα την καθιστούν ηθικά υπεύθυνη για το μέλλον που έρχεται.
La Biennale di Venezia 2026/ Διαγωνιστικό




