του Cristian Mungiu
(κριτική: Ζωή- Μυρτώ Ρηγοπούλου)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2526_fjord.jpeg

Μια πολύ θρήσκα οικογένεια με μητέρα Νορβηγίδα, πατέρα Ρουμάνο και πέντε παιδιά μετακομίζει σ’ ένα απομονωμένο νορβηγικό χωριό. Αγαπούν πολύ και φροντίζουν τα παιδιά τους, αλλά τους βάζουν κι αναχρονιστικούς κανόνες και περιορισμούς. Μια μέρα, μια εκπρόσωπος της Πρόνοιας συνοδευμένη από μια καθηγήτρια των παιδιών εμφανίζεται σπίτι τους και λέει στη μητέρα πως θα τους πάρουν τώρα τα παιδιά. Έχουν ξεκινήσει έρευνα εναντίον τους για πιθανή κακοποίηση εξαιτίας κάποιων σημαδιών στον αυχένα της μιας τους κόρης. Το κορίτσι είπε πως δεν το έκαναν οι γονείς και διαβεβαίωσε πως δεν τα δέρνουν ποτέ, παραδέχτηκε, όμως, πως καμιά φορά τους ρίχνουν πεταχτές ξυλιές στον ποπό. Κάθε σωματική τιμωρία θεωρείται παράνομη στη Νορβηγία, αλλά η Πρόνοια δεν παίρνει έτσι κατευθείαν συνήθως τα παιδιά χωρίς να έχει προτείνει πριν κι εναλλακτικές λύσεις. Ποιο είναι λοιπόν εδώ το πρόβλημα; Δεν τους πιστεύουν; Ή μήπως πρόκειται και για κάτι άλλο;
Μια αίσθηση αναζωογονητικής καθαρότητας και ομορφιάς, αλλά και δύναμης δημιουργούν τα πρώτα πλάνα του Φιόρδ του Κριστιάν Μουντζίου και με την ίδια περίπου ή ακριβώς φεύγει ο θεατής και στο τέλος της ταινίας. Ενδιαμέσως 146 λεπτά έχουν περάσει δίχως να καταλάβει πώς χάρη στην ικανότητα της ιστορίας να τον περικλείει μέσα της και της πλοκής να εξελίσσεται με μεγάλη συμπύκνωση και οικονομία. Όλα εδώ εκφράζονται με μέτρο κι εσωτερικότητα (εντελώς στο πνεύμα αυτό και οι πολύ καλές ερμηνείες των Renate Reinsve και Sebastian Stan) και με πλάνα που αποπνέουν κι εικαστικά -χάρη και στα καδραρίσματά τους-  το συναίσθημα των σκηνών. Τα πανέμορφα νορβηγικά τοπία κι οι εξωτερικοί χώροι αποδίδονται με μια ηρεμία που εξισορροπεί την τεράστια ένταση που κρύβει μέσα της η αφήγηση και την αγωνία. Η πλοκή διέπεται από μια θεατρικότητα καθώς η κύρια σύγκρουση, όπως κι οι δευτερεύουσες επιμέρους, δομούνται με τρόπο αρκετά αριστοτελικό, παραμένει, όμως, εντελώς κινηματογραφική στη θέαση χάρη στην σκηνοθετική ματιά δημιουργού και στον συνεχή λυρισμό της. Επίτευγμα διόλου εύκολο αν σκεφτεί κανείς και τι πραγματεύεται. Το Φιόρδ έχει κερδίσει το Χρυσό Φοίνικα και το βραβείο FIPRESCI του διαγωνιστικού τμήματος στο 79ο Φεστιβάλ Καννών 2026 κι έχει ήδη προκαλέσει μεγάλες αντιμαχίες σχετικά με τη θέση του την οποία κι οι δύο πλευρές συχνά παρεξηγούνε. Η συζήτηση είναι βέβαια τόσο έντονη ακριβώς επειδή η ταινία, που βασίζεται και σε πραγματικά γεγονότα, είναι τόσο ζωντανή. Ακόμα ένα επίτευγμα του Μουντζίου που μοιάζει να έχει μεγάλο ταλέντο στις ιστορίες-παραδείγματα μέσα απ’ τις οποίες μας καλεί να σκεφτούμε πώς επηρεάζει ο ολοκληρωτισμός το άτομο, αλλά και την κοινωνία. Με μια τέτοια, το 4 μήνες, 3 εβδομάδες και 2 μέρες, την ιστορία δηλαδή μιας κοπέλας που προσπαθεί να κάνει έκτρωση ενώ αυτό απαγορεύεται στη Ρουμανία του Τσαουσέσκου απέσπασε εξάλλου και τον πρώτο του Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ Καννών 2007. Ο ολοκληρωτισμός τον οποίο θέλει να καταδείξει εδώ είναι πολύ πιο δυσδιάκριτος, αφορά ένα απολυταρχικό κι αποικιοκρατικό -ιδεολογικά και πολιτισμικά- βλέμμα και σκεπτικό που αγνοεί και το ίδιο τον εαυτό του. Ευαγγελίζεται έτσι την αποδοχή του διαφορετικού, αλλά μόνο σ’ ό,τι εκείνο θεωρεί σωστό νομιμοποιώντας ως κριτή γι’ αυτό μόνο τον εαυτό του. Ένα σύστημα μπορεί να παραμένει απολυταρχικό ή αποικιοκρατικό, λέει ο Μουντζίου, ακόμα και με καλό σκοπό εάν διατηρεί τέτοιου είδους μεθόδους και τρόπους. Η διάσταση απόψεων ανάμεσα στην κοινότητα και τους γονείς συνιστά εδώ την αρχή μιας διαυγούς παραβολής για το πώς η «προοδευτική» πλειοψηφία μπορεί να φέρεται απολυταρχικά κι αποικιοκρατικά, θεωρώντας τη δική της οπτική ανώτερη και δικαιολογώντας μέσα απ’ αυτό κάθε αδικία που μπορεί να πράττει. Ο διευθυντής-γείτονας, η καθηγήτρια, η εκπρόσωπος της Πρόνοιας, ακόμα και η πρώτη δικηγόρος, λειτουργούν έτσι ως παραδείγματα της αλαζονείας μιας κυρίαρχης κουλτούρας απέναντι σε μια άλλη -υποδεέστερη όπως θεωρούν- κουλτούρα, αντίληψη περί θρησκείας ή περί ανατροφής των παιδιών ή και εθνότητα. Η νοοτροπία αυτή είναι που κάνει και το διευθυντή-γείτονα από το ν’ αρνείται ν’ ακούσει την μαρτυρία της κόρης του περί μη κακοποίησης, μέχρι ν’ αποτυγχάνει να δει -αυτός κι όλη η κοινότητα εκτός απ’ τα δύο παιδιά της οικογένειας- τις συμπεριφορές θυμού και τις τάσεις της να βλάψει τον εαυτό της. 
Η στάση της πολιτείας και της Πρόνοιας απέναντι στον «σκοταδιστικό» Άλλον, θυμίζει παλιότερες πρακτικές του νορβηγικού κράτους -και πολλές παρόμοιες άλλων κρατών- που το 19ο και μέρος του 20ου αιώνα θεωρούσε απόλυτα σωστό να παίρνει μαζικά τα παιδιά από τους Λάπωνες (Σάμι) και να τα στέλνει σε οικοτροφεία ή ανάδοχες οικογένειες με τη δικαιολογία ότι οι παραδόσεις τους ήταν αναχρονιστικές και η ανατροφή που τους έδιναν λάθος. Η Νορβηγία δεν είναι εδώ παρά ένα παράδειγμα, ένας καμβάς μέσα απ’ τον οποίο η αφήγηση μιλά για τη σημερινή παγκόσμια ανελευθερία της σκέψης. Αλλά και της πάταξης εν τέλει του διαφορετικού – μια και η επικρατούσα άποψη θέλει να τα κάνει όλα ίδια. Χρειάστηκε θάρρος για να κάνει την ταινία αυτή δήλωσε ο Μουντζίου στις συνεντεύξεις του και μοιάζει με καμπανάκι κινδύνου το πώς οι καλλιτέχνες μπαίνουν συχνά σήμερα μπροστά στο δίλημμα αν πρέπει να αυτολογοκριθούν για να μην τους πληγεί η καριέρα. Ο ίδιος επιστράτευσε το χιούμορ, ειδικά στο κομμάτι με τους Ρουμάνους, για να κάνει τα πράγματα πιο ανάλαφρα, έδειξε τα στραβά των αναχρονιστικών απόψεων για να υπάρχει ισορροπία και υπενθύμισε στην πλευρά αυτή πολύ καθαρά πως όσο εύκολα καταδικάζουν κάτι ως αμαρτωλό, εξίσου εύκολα μπορεί να το βρουν και μπροστά τους.  
Υπάρχει πάντα μια μεγάλη ικανοποίηση στη θέαση του καλού σινεμά, σαν να βλέπεις ένα καλοφτιαγμένο και καλογυαλισμένο σκαρί ν’ αρμενίζει το πέλαγος μιας αφήγησης με τέτοια επιδεξιότητα σαν εμπόδια και σκόπελοι να μην υπήρξαν στο δρόμο. Στο Φιόρδ του Μουντζίου, ένα-δύο περπατήματα στο νερό των ηρωίδων μένουν ίσως κάπως μετέωρα, αλλά κατά τ’ άλλα το ταξίδι ήταν εξαιρετικό και μαζί με την αναζωογόνηση προσέφερε και μεγάλη ευκαιρία για σκέψη. 

Karlovy Vary 2026