Ο Αμπάς Κιαροστάμι διαμόρφωσε την ιδιαίτερη καλλιτεχνική του ταυτότητα μέσα από μια πολυσχιδή διαδρομή που περιλάμβανε τη ζωγραφική, τη γραφιστική, τον σχεδιασμό τίτλων για κινηματογραφικές ταινίες και τη διαφήμιση. Το 1969 προσκλήθηκε να συμβάλει στη δημιουργία του κινηματογραφικού τμήματος του Ινστιτούτου για την Πνευματική Ανάπτυξη των Παιδιών και των Νέων (Kanoon) στην Τεχεράνη, το οποίο άρχισε να λειτουργεί το 1970. Εκεί βρήκε ένα δημιουργικό πεδίο πειραματισμού και ανέπτυξε μια κινηματογραφική γλώσσα που συνδύαζε την παρατήρηση της καθημερινότητας με το παιχνίδι, την αφηγηματική λιτότητα και την αναζήτηση εναλλακτικών εκφραστικών τρόπων—από το animation έως την αφαιρετική εικόνα.
Στο επίκεντρο των πρώτων ταινιών του βρίσκονταν τα παιδιά, όχι μόνο ως αποδέκτες ενός εκπαιδευτικού κινηματογράφου, αλλά κυρίως ως πρωταγωνιστές μικρών ιστοριών, μέσα από τις οποίες διερευνώνταν οι κανόνες της κοινωνικής συμπεριφοράς, η σχέση με τους άλλους και η διαμόρφωση της προσωπικής ευθύνης.
Ο κόσμος της παιδικής ηλικίας μετατράπηκε για τον Κιαροστάμι σε ένα εργαστήριο κινηματογραφικής και ηθικής διερεύνησης. Συνήθως ξεκινούσε από μια φαινομενικά ασήμαντη καθημερινή κατάσταση, η οποία σταδιακά αποκτούσε ευρύτερες διαστάσεις και αποκάλυπτε τις αντιφάσεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Χωρίς να καταφεύγει σε απλοϊκά ηθικά διδάγματα, ο σκηνοθέτης εξέταζε ζητήματα όπως η πειθαρχία, η ενοχή, η συντροφικότητα, η σύγκρουση και η απομόνωση, αφήνοντας ανοιχτό τον χώρο για την παρατήρηση και την ερμηνεία του θεατή. Το εκπαιδευτικό πλαίσιο του Kanoon δεν περιόριζε τις αναζητήσεις του σε μια συμβατική παιδαγωγική προσέγγιση, αλλά του παρείχε τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει το σινεμά ως μέσο παρατήρησης, πειραματισμού και κριτικής εξέτασης των κοινωνικών κανόνων.
Η καλλιτεχνική αυτή κατεύθυνση φαίνεται ήδη στις πρώτες μικρού μήκους ταινίες του, οι οποίες αποκαλύπτουν τη σταδιακή διαμόρφωση του προσωπικού του ύφους.
Στο «Ψωμί και Στενό» (Nan va Koutcheh / The Bread and Alley, 1970), την πρώτη του ταινία, ένα αγόρι που επιστρέφει στο σπίτι κρατώντας ένα καρβέλι ψωμί έρχεται αντιμέτωπο με έναν εχθρικό σκύλο σε ένα στενό της πόλης. Μια απλή διαδρομή μετατρέπεται σε δοκιμασία φόβου και θάρρους, καθώς το παιδί πρέπει να βρει τρόπο να ξεπεράσει το εμπόδιο. Με λιτά εκφραστικά μέσα, ο Κιαροστάμι οργανώνει μια αφήγηση βασισμένη στην παρατήρηση, την ένταση της αναμονής και τη σχέση του ανθρώπου με τον χώρο. Ήδη εδώ διακρίνονται χαρακτηριστικά που θα επανέλθουν στο έργο του: η περιπλάνηση, η σημασία των φαινομενικά ασήμαντων συμβάντων και η ανάδειξη της καθημερινής εμπειρίας σε κινηματογραφικό γεγονός.
Στο «Διάλειμμα» (Zang-e Tafrih / Breaktime, 1972), η εστίαση μετατοπίζεται από τη δοκιμασία ενός μεμονωμένου παιδιού στη σχέση του ατόμου με το σχολείο και το αστικό περιβάλλον. Ένα αγόρι τιμωρείται επειδή έσπασε ένα παράθυρο με την μπάλα του. Μετά το τέλος των μαθημάτων, βγαίνει στους δρόμους της Τεχεράνης, συμμετέχει για λίγο σε έναν αυτοσχέδιο ποδοσφαιρικό αγώνα και, όταν αρπάζει την μπάλα και απομακρύνεται, καταλήγει να περιπλανιέται μόνος του δίπλα σε έναν πολυσύχναστο δρόμο. Η περιπλάνησή του, χωρίς διαλόγους, αποπνέει μια αίσθηση αβεβαιότητας και αποξένωσης. Ο Κιαροστάμι συνδυάζει την παρατήρηση της καθημερινότητας με μια ελεύθερη οργάνωση του κινηματογραφικού χώρου, δίνοντας ιδιαίτερη σημασία στους ήχους του περιβάλλοντος και στην απόσταση ανάμεσα στο παιδί και τον κόσμο που το περιβάλλει.
Στο «Δύο Λύσεις για ένα Πρόβλημα» (Dow Rahehal Baraye yek Massaleh / Two Solutions for One Problem, 1975), ο σκηνοθέτης προσεγγίζει με παιγνιώδη τρόπο τη σύγκρουση και τη δυνατότητα επίλυσής της. Όταν ένα αγόρι σκίζει κατά λάθος το εξώφυλλο του βιβλίου ενός συμμαθητή του, η ιστορία παρουσιάζει δύο διαφορετικές αντιδράσεις: η πρώτη οδηγεί στην κλιμάκωση της αντιπαράθεσης και της καταστροφής, ενώ η δεύτερη βασίζεται στη συνεργασία και την αποκατάσταση της ζημιάς. Μέσα από αυτή την απλή, σχεδόν σχηματική κατασκευή, ο Κιαροστάμι αναδεικνύει τις συνέπειες των επιλογών και τη διαφορά ανάμεσα στην εκδικητική αντίδραση και τη συνεννόηση. Η λιτότητα της αφήγησης δεν περιορίζει τη σημασία της· αντίθετα, επιτρέπει στην ίδια τη δομή της ταινίας να λειτουργήσει ως εργαλείο σκέψης.
Την ίδια χρονιά, το «Μπορώ κι εγώ» (Man ham mitounam / So Can I, 1975) αξιοποιεί το παιχνίδι και το animation για να εξετάσει τη δυνατότητα της μίμησης και της μάθησης, συνδέοντας την εκπαιδευτική διάσταση με την οπτική επινόηση. Παρόμοια, στα «Χρώματα» (Rangha / The Colors, 1976), η εικόνα, οι χρωματικές αντιθέσεις και η σύνδεση των οπτικών ερεθισμάτων με τον ήχο οργανώνουν μια εμπειρία που προσεγγίζει τη γνώση μέσα από την αισθητηριακή αντίληψη. Και στις δύο περιπτώσεις, ο Κιαροστάμι αξιοποιεί την εμπειρία του από τη γραφιστική και τη διαφήμιση, μετατρέποντας την απλότητα των εκπαιδευτικών ταινιών σε αφορμή για πειραματισμό με τις δυνατότητες του κινηματογραφικού μέσου.
Στο «Με Τάξη ή Χωρίς Τάξη» (Be Tartib ya Bedoun-e Tartib / Orderly or Disorderly, 1981), η διερεύνηση της συμπεριφοράς αποκτά πιο άμεση κοινωνική διάσταση. Η ταινία εξετάζει τις διαφορές ανάμεσα στην οργανωμένη και την άτακτη συμπεριφορά, παρακολουθώντας τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι κινούνται, σχηματίζουν σειρές και ανταποκρίνονται σε συγκεκριμένους κανόνες. Η αντιπαράθεση των δύο καταστάσεων δεν περιορίζεται στην καταγραφή μιας πρακτικής διαφοράς, αλλά θέτει ερωτήματα για τη λειτουργία της πειθαρχίας και τη σχέση του ατόμου με το συλλογικό σύνολο. Σημαντικό στοιχείο είναι η παρουσία της φωνής του σκηνοθέτη και η εμφανής οργάνωση της παρατήρησης, που καθιστούν αισθητή τη διαδικασία της κινηματογραφικής κατασκευής. Η ταινία προαναγγέλλει έτσι το ενδιαφέρον του Κιαροστάμι για τη σχέση ανάμεσα στην πραγματικότητα, την παρατήρησή της και τον τρόπο με τον οποίο ο κινηματογράφος την παρουσιάζει.
Η πορεία του Κιαροστάμι στο Kanoon εκτείνεται σε μια περίοδο που περιλαμβάνει τόσο τα τελευταία χρόνια πριν από την Ιρανική Επανάσταση του 1979 όσο και τις κοινωνικές και πολιτικές μεταβολές που ακολούθησαν. Ωστόσο, η σημασία των ταινιών αυτών δεν εξαντλείται στη σύνδεσή τους με το ιστορικό τους πλαίσιο. Αυτό που τις καθιστά ξεχωριστές είναι ο τρόπος με τον οποίο ο σκηνοθέτης μετατρέπει καθημερινές καταστάσεις σε πεδία παρατήρησης και στοχασμού, αποφεύγοντας τις εύκολες απαντήσεις και την επιβολή ενός προκαθορισμένου νοήματος.
Δεκαετίες μετά τη δημιουργία τους, οι πρώτες αυτές ταινίες διατηρούν ακόμη τη φρεσκάδα και την εκφραστική τους δύναμη. Η λιτότητα των αφηγήσεων, η προσεκτική παρατήρηση των ανθρώπινων συμπεριφορών και η διάθεση για πειραματισμό αποκαλύπτουν έναν δημιουργό που αναζητούσε νέους τρόπους να κινηματογραφήσει την πραγματικότητα. Το Kanoon δεν αποτέλεσε απλώς την αφετηρία της κινηματογραφικής του διαδρομής, αλλά το χώρο μέσα στον οποίο διαμορφώθηκαν οι βασικές αρχές της αισθητικής του: η εμπιστοσύνη στην παρατήρηση, η αμφισβήτηση των αυτονόητων και η ικανότητα να αναδεικνύει σύνθετα ερωτήματα μέσα από φαινομενικά απλές ιστορίες.
(Πηγές Viennale, επεξεργασία chatgpt, copilot, gemini, duck.ai)




