του Péter Bergendy
(κριτική: Καλλιόπη Πουτούρογλου)![]()
Λίγο πριν το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ένας γερμανός στρατιώτης τραυματίζεται θανάσιμα στο πεδίο της μάχης για να επανέλθει λίγο αργότερα, ύστερα από ένα παράξενο όραμα, στη ζωή. Έξι μήνες μετά, ο νεαρός φωτογράφος Τόμας περιφέρεται στην καθημαγμένη από τον πόλεμο και την ισπανική γρίπη ουγγρική ύπαιθρο, στήνοντας μεταθανάτια πορτρέτα και πουλώντας τις μακάβριες αλλά καθηλωτικής αισθητικής φωτογραφίες του στους συγγενείς των νεκρών. Η συνάντησή του με ένα δεκάχρονο κορίτσι με το οποίο τον συνδέει μια εμπειρία μεταφυσική, θα τον οδηγήσει στο χτυπημένο από την θανατηφόρα επιδημία χωριό του κοριτσιού, σε έναν τόπο όπου «σε εκείνους τους τρομερούς καιρούς, οι νεκροί ήταν περισσότεροι από τους ζωντανούς και η παγωμένη γη, αδυνατώντας να θάψει τους νεκρούς της, είχε κατακλυστεί από φαντάσματα.» Όταν τα τελευταία αρχίζουν να εισβάλλουν επιθετικά στον κόσμο των ζωντανών, ο Τόμας και η Άννα αποφασίζουν να διεισδύσουν με κάθε μέσο στην αόρατη για τους πολλούς επικράτεια των πνευμάτων για να βρουν τη λύση της μαινόμενης στοιχειωτικής καταδίωξης που απειλεί να αφανίσει τους λιγοστούς εναπομείναντες χωρικούς.
Έχοντας στο επίκεντρο του εξαιρετικού πρώτου μέρους της τη μεταθανάτια φωτογραφία (post-mortem photography), τάση γνωστή κατά τη βικτωριανή εποχή και ως τις αρχές του 20ου αιώνα, η πρώτη διεθνώς αναγνωρισμένη ουγγρική ταινία τρόμου ξεκινάει με τις καλύτερες προδιαγραφές. Η οπτική απεικόνιση του θανάτου μέσω των άψογα στημένων νεκρικών πορτρέτων και το άγονο μονοχρωματικό χειμερινό τοπίο μιας υπαίθρου στιγματισμένης από το τραύμα του Μεγάλου Πολέμου και της επιδημίας της ισπανικής γρίπης,- που φωτίζεται υποβλητικά από τον φακό του Andras Nagy -, βυθίζουν τον θεατή όχι μόνο στην απόκοσμη ατμόσφαιρα μιας άλλης εποχής αλλά και στην ανατριχιαστική παντοδυναμία της επικράτειας των νεκρών.
Ο Bergendy που δοκιμάζεται εδώ για πρώτη φορά στο συγκεκριμένο είδος αξιοποιεί σίγουρα την ιστορία (όχι ωστόσο και την ιδιαίτερη λαογραφική παράδοση) της χώρας του αλλά και της φωτογραφικής τέχνης (και των φωνογράφων), επιχειρώντας τη δημιουργία μιας ιστορικής ταινίας μεταφυσικού τρόμου που επιδέχεται ενδεχομένως περισσότερες της μίας ανάγνωσης,(ο φόβος του ξένου, τα κρυμμένα μυστικά μιας απομονωμένης κοινότητας, ο τρόμος της εθνικής εξαφάνισης υποβόσκουν ως ισχνές αναφορές που δεν αξιοποιούνται επαρκώς). Όσο όμως η ταινία προχωράει, υιοθετώντας αρχικά με μέτρο κάποια jump scares και άλλα τυπικά μοτίβα ατμοσφαιρικών θρίλερ και ταινιών φαντασμάτων, τόσο αναφαίνονται και προβλήματα, όπως αυτά των επαναλήψεων και της συγκεχυμένης εξέλιξης της ίδιας της κινηματογραφικής αφήγησης. Το πρωταγωνιστικό δίδυμο του νεαρού φωτογράφου και του μυστηριώδους ορφανού κοριτσιού (μια σχέση περισσότερο γονεϊκή παρά ερωτική), δημιουργεί ένα είδος ίντριγκας, όταν οι δυο τους σε πολλαπλό ρόλο ντεντέκτιβ, εξορκιστών και κυνηγών φαντασμάτων οδηγούν την ταινία προς την κατεύθυνση ενός αστυνομικού θρίλερ, σύντομα όμως και όσο η δράση των κακόβουλων πνευμάτων κλιμακώνεται η ταινία κλίνει δυστυχώς προς το κωμικό και το γκροτέσκο, μέσα από μία ανεξήγητη και αλλοπρόσαλλη κινητικότητα και τον ακατάσχετο βομβαρδισμό του θεατή με οπτικά εφέ που στερούνται πρωτοτυπίας.
Παρά τις αδυναμίες του, το Post Mortem, επίσημη πρόταση της Ουγγαρίας για τα Όσκαρ Διεθνούς Ταινίας Μεγάλου Μήκους του 2022, είναι σίγουρα μια ασυνήθιστη ως προς το κεντρικό θέμα και καλοφτιαγμένη ταινία τρόμου της Ανατολικής Ευρώπης, μιας περιοχής στην οποία το είδος ήταν σχεδόν απαγορευμένο. Αν λάβει μάλιστα κανείς υπόψη και την ιστορική συγχρονία (η δημιουργία του ξεκίνησε λίγο πριν την έναρξη της πανδημίας του covid) θα μπορούσε να θεωρηθεί έως και προφητικό.




