(Έτσι Ξαφνικά)
του Ryūsuke Hamaguchi
(κριτική: Θόδωρος Σούμας)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2627_soudain-3.jpg

Το Έτσι ξαφνικά (Soudain) είναι μια γαλλοϊαπωνική ταινία του 2026, μια ηθική, στοχαστική ελεγεία σε σκηνοθεσία του ταλαντούχου κι ευρηματικού, σαρανταοκτάχρονου  Ιάπωνα σκηνοθέτη, Ριουσούκε Χαμαγκούτσι. Το Έτσι ξαφνικά είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και καλή ταινία με πολλές ιδέες, μα λίγο λυπηρή.
Το φιλμ εστιάζει στη φροντίδα των αρρώστων και ηλικιωμένων ανθρώπων σε ένα μοντέρνο γαλλικό γηροκομείο, με μια στοργική, ανθρώπινη κι επικοινωνιακή, νέα μέθοδο. Στον ουμανιστικό οίκο ευγηρίας όπου διαδραματίζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος η ταινία, αυτή η σύγχρονη μέθοδος αποκαλείται Humanitude. Η φιλόστοργη διευθύντρια του οίκου ευγηρίας, η Μαρί-Λου (Βιρζινί Εφιρά), προσπαθεί να διδάξει και να εφαρμόσει τη νέα μέθοδο, παρά τις αντιστάσεις των ιδιοκτητών και μέρους του προσωπικού. 
Η προοδευτική διευθύντρια γνωρίζει σε μια θεατρική παράσταση την καρκινοπαθή, γιαπωνέζα σκηνοθέτιδα Μάρι, γίνονται φίλες και ανταλλάσσουν  δημιουργικά γνώμες για τη ζωή, την κοινωνία, την πολιτική (κομμάτι απλοϊκές ιδέες), τις τέχνες και τις ασθένειες. Ο Χαμαγκούτσι, σε μια τρίωρη ταινία, μας εκθέτει τις ιδέες του για την ηθική της σωστής, ανθρώπινης φροντίδας των ασθενών, των ηλικιωμένων και όσων πάσχουν από άνοια. Η ταινία είναι μια στοχαστική, ηθική και συναισθηματική διερεύνηση για την αρρώστια, τις ανθρώπινες επαφές, το όφελος της τέχνης και την ανάγκη να ακούμε και να θωπεύουμε τους γύρω μας. Η ηθική φιλοσοφία που απορρέει από τη θεραπευτική αγωγή στο ίδρυμα και τη σχέση των δύο υπερευαίσθητων γυναικών, επικεντρώνεται στην επανασύνδεση μέσα από την ενσυναίσθηση και την αποδοχή των γηρατειών και του θανάτου. Ο θάνατος καραδοκεί για όλους τους τρόφιμους και ιδιαίτερα για τη γιαπωνέζα σκηνοθέτιδα. 
Το φιλμ είναι τρυφερό και γλυκό όπως τα πρόσωπά του, ιδιαίτερα τα γυναικεία. Ο Χαμαγκούτσι διαμορφώνει μια λιτή μα υποβλητική αισθητική, μετατρέποντας τον λόγο, δίπλα στην εικόνα, σε σκηνοθετικό μέσο. Το φιλμικό ύφος του βασίζεται σε μεγάλες συνομιλίες, αποτυπώνοντας τη φιλία των δύο γυναικών υπό τη σκιά του θανάτου. Χωρίς μελοδραματισμούς, ο σκηνοθέτης βασίζεται στην απλότητα των ερμηνειών, με την κάμερα να παρακολουθεί τις ηρωίδες, προβάλλοντας την κινηματογραφική ποίηση χάρη στον αργό ρυθμό, τα ήπια, παλ χρώματα και τη γαλήνη που επικρατεί. Το στυλ, η φόρμα είναι απαλή και ποιητική χάρη στα ήρεμα, εικαστικά πλάνα, παίρνοντας επιπροσθέτως υπόψη τη γενναιοδωρία και την ανθρώπινη καλοσύνη κι επικοινωνία που επικρατούν στην ιστορία...