(Έτσι Ξαφνικά)
του Ryūsuke Hamaguchi
(κριτική: Σπύρος Γάγγας)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2627_sudain.jpg

Η διαπίστωση για τη μεγάλη διάρκεια (196 λεπτών) της νέας ταινίας του Ριουσούκε Χαμαγκούτσι –ίσως του σημαντικότερου πρεσβευτή του ιαπωνικού σινεμά σήμερα– δεν ξενίζει όσους έχουν παρακολουθήσει και επαινέσει το βραβευμένο «Drive My Car» (2021) (179 λεπτών), το λιγότερο γνωστό «Happy Hour» (2015) (318 λεπτών!) ή άλλες ταινίες του που δεν πέφτουν κάτω από τις δύο ώρες. Όπως και για το σινεμά ενός Μπέλα Ταρ ή ενός Λαβ Ντίαζ, έτσι και εδώ, η μεγάλη διάρκεια θα πρέπει να αποτιμηθεί με κριτήρια αρχιτεκτονικής της ταινίας, αφηγηματικής ροής, αλλά και μεταφυσικής, στο βαθμό που το σινεμά του δημιουργού έλκεται από μια τέτοια βαρύτητα ιδεών.
Σε έναν οίκο ευγηρίας, η διευθύντριά του, Μαρί-Λου Φοντέν (Βιρζινί Εφιρά), εισάγει την πρωτοποριακή μέθοδο φροντίδας «Humanitude», η οποία ενθαρρύνει την ορθοστασία και όχι την καθήλωση. Παρά κάποιες μέτριας έντασης εσωτερικές συγκρούσεις με εκφραστές πιο ορθόδοξων μεθόδων, η Μαρί-Λου θα μετουσιώσει τη στάση της μέσα από τη γνωριμία της με μια Γιαπωνέζα σκηνοθέτιδα, τον εβδομηντάχρονο ηθοποιό της και τον αυτιστικό εγγονό του.
Ο Χαμαγκούτσι υιοθετεί αρχικά μια, τρόπον τινά, εθνογραφική ματιά, εισάγοντας τον θεατή στον κόσμο του οίκου ευγηρίας: ασθενείς με διάφορες βαθμίδες άνοιας, φροντιστές, νοσηλευτές, διευθυντικό προσωπικό. Ο φωτογενής και γεμάτος περισσή αυταπάρνηση «κήπος» του οίκου ευγηρίας –ποτέ όμως δοσμένος με το στοιχείο της ματαίωσης ή της αγανάκτησης, και εδώ υπάρχει ίσως ένα πρόβλημα ορθής αποτύπωσης αυτού του αλληλέγγυου περιβάλλοντος– μετατρέπεται σταδιακά σε έναν επικούρειο κήπο μικρών ηδονών για τους ασθενείς.
Αυτή η ταπεινότητα των μικρών ηδονών χαρακτηρίζει τόσο τη σχέση της Φοντέν με τη Μάρι (Τάο Οκαμότο), τη Γιαπωνέζα σκηνοθέτιδα, όσο και την κινηματογράφηση του Χαμαγκούτσι. Αρχίζοντας ως απλώς περιγραφική και κυριολεκτική, δίχως απόκλιση από μια ορθόδοξη αντίληψη για τις λήψεις και τους διαλόγους, η σκηνοθεσία μεταβάλλεται σταδιακά σε μια λεπτοδουλεμένη άσκηση με συνεκδοχικές λήψεις σαν αυτή με το θαυμάσια ζωογόνο σκίρτημα στην ψυχή της Μαρί-Λου στο τραμ ή εκείνη που κοσμεί την προωθητική αφίσα της ταινίας, με τις δύο γυναίκες να συνδέονται ψυχικά αλλά και σε επίπεδο κοσμοεικόνας, με φόντο την εταιρική και μητροπολιτική μεγαλομανία.
Είναι σαφές ότι ο Χαμαγκούτσι ελέγχει κομβικές έννοιες των κοινωνικών επιστημών και της φιλοσοφίας. Παρά μια ανεπαίσθητη χροιά διδακτισμού (μάλλον εσκεμμένη), η αναφορά στην ανθρωπολογία του Μαρσέλ Μως και τη μνημειώδη μελέτη του για «Το Δώρο», ή εκείνη στον Μαρξ και την ελεύθερη ανάπτυξη των ανθρώπινων δυνάμεων μέσα από τον ελεύθερο χρόνο, «δένει» με την προβληματική της υπογεννητικότητας στην Ιαπωνία και τον ανεπτυγμένο κόσμο. Αυτό επιτυγχάνεται μέσα από την εύστοχη αντίληψη για τις εγγενείς κρίσεις του καπιταλισμού ο οποίος, παρά τα οφέλη του, οδηγείται σε τροχιά αυτοκαταστροφής.
Η ανοιχτή προσέγγιση για την ανάμειξη του «κανονικού» με το «παθολογικό» (δεδομένης και της αναφοράς στη γαλλική φιλοσοφία, η προσέγγιση αυτή ανατρέχει μάλλον στον Μισέλ Φουκώ) εντάσσεται στη γενικότερη μεταφυσική που ενστερνίζεται ο Χαμαγκούτσι: είναι αυτή που φέρνει σε «διάλογο» το «έξω» με το «μέσα», το «άνω» με το «κάτω», τη Γαλλία με την Ιαπωνία, σε μια νέα επαναπροσέγγιση από την εποχή του Ρενέ και του «Χιροσίμα, Αγάπη μου». Η άνοια που κυριαρχεί στον νου θεραπεύεται –παρηγορητικά– με την προσήλωση στην ίδια τη βάση: τα πόδια. Εδώ ο Χαμαγκούτσι επιδίδεται σε μια τολμηρή και ειλικρινή διαμεσολάβηση της ερωτικής έλξης για τα πέλματα, όπου η ατομική (και υποτιθέμενα αποκλίνουσα) λατρεία μετατρέπεται σε συλλογική μέθεξη. Θεραπευτικό αποτέλεσμα δεν είναι μόνο η ορθοστασία, αλλά η «ορθοπεδική» (Orthopädie στον μαρξιστή φιλόσοφο της ελπίδας Έρνστ Μπλοχ) της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Τέτοια διαλεκτική τόλμη σπανίζει σήμερα και, επιπλέον, διαθλάται από τη μεταφυσική του δώρου της ζωής και του ανήκειν, σε συνδυασμό με μια στάση θαυμασμού απέναντι στη φύση (εδώ ο Χαμαγκούτσι κάνει μια πανέμορφη αναφορά στον «Καθρέφτη» του Ταρκόφσκι, με τις δύο γυναίκες να ατενίζουν την πεδιάδα του Κιότο).
Σαν μια ελπιδοφόρα επανατοποθέτηση απέναντι στην «Περσόνα» –όπου κυριαρχεί η αμοιβαία τυραννία φροντιστή και ασθενούς κάτω από το φάσμα του θανάτου– η σχέση στο «Έτσι Ξαφνικά» μετατρέπεται σε αγαπητική συμπόρευση και «νίκη» του κοινωνικού στοιχείου απέναντι στον θάνατο του ανθρώπου. Μια ταινία-ευεργετικό «δώρο» για την καρδιά, το πνεύμα, το σώμα και το ίδιο το κοινωνείν.

ΕΤΣΙ ΞΑΦΝΙΚΑ, Ριουσούκε Χαμαγκούτσι, Γαλλία/Γερμανία/Ιαπωνία/Βέλγιο, 2026