kaurisma.jpg

Μ' ένα έργο που εκτείνεται σε διάφορα κινηματογραφικά είδη από φίλμ νουάρ, rock μιουζικάλ αλλά και κωμικές road movies - όπως το cult Leningrad Cowboys Go America -, ο Άκι Καουρισμάκι / Aki Kaurismaki υποστηρίζει και υπερασπίζεται ένα είδος ιδιόμορφου ποιητικού ρεαλισμού.
Προσανατολισμένος πάντα προς τους απόκληρους και τους μη έχοντες μιας ευημερούσας κοινωνίας, μ' ένα λιτό και συχνά απέριττο σκηνοθετικό ύφος, με εμφανείς τις επιρροές από το χολιγουντιανό μελόδραμα, με εικόνες γεμάτες μελαγχολία αλλά και ελπίδα, μ' ένα ιδιόμορφο χιούμορ, το έργο του Άκι Καουρισμάκι είναι μοναδικό στο σύγχρονο τοπίο του κινηματογράφου. Μέσα σ' ένα χώρο που κατακλύζεται από το θέαμα, τον κυνισμό, τις παραποιήσεις και τα ψεύδη των ειδικών εφέ, ο Φιλανδός δημιουργός στρέφει την κάμερα του προς το ανθρώπινο πρόσωπο για να δημιουργήσει εικόνες που ξεχειλίζουν από απλότητα, χιούμορ, συγκίνηση, ανθρωπισμό και αληθινά συναισθήματα.
Βαθιά ουμανιστικό, το σινεμά του Άκι Καουρισμάκι υμνεί με μινιμαλισμό, χιούμορ και νοσταλγία τις ανθρώπινες αξίες, ισορροπώντας εύστροφα ανάμεσα στην κωμωδία και το δράμα . Η ανεργία, η ανέχεια και η οικονομική κρίση ορίζουν τοις συνθήκες ζωής για τους ήρωες των ταινιών του Καουρισμάκι: όλοι καθημερινοί άνθρωποι, οι φτωχοί και αδύναμοι αυτού του κόσμου, οι οποίοι σε πείσμα των καιρών δεν εγκαταλείπουν ποτέ την ελπίδα.
Χαρακτηριστική είναι η τριλογία του προλεταριάτου – με τις ταινίες Shadows in Paradise (1986), Ariel (1988) και The Match Factory Girl (1990) -, όπου ο Καουρισμάκι εξερευνά με κωμικοτραγική διάθεση τη φινλανδική εργατική τάξη: καταδικασμένους αντιήρωες, σε αδιέξοδες δοκιμασίες, έρωτες μετ’ εμποδίων, αλλά και με όνειρα για ένα καλύτερο αύριο.
Παρομοίως, στην τριλογία των χαμένων – Drifting Clouds (1996), The Man Without a Past (2002), Lights in the Dusk (2006) – ο δημιουργός φέρνει στο προσκήνιο τον άνθρωπο του περιθωρίου, ο οποίος παρά τις κακοτυχίες του, διαθέτει απρόσμενα αποθέματα θάρρους και αλληλεγγύης.
Παρά την ειρωνική, κυνική όψη του, το σύμπαν του Καουρισμάκι είναι διαποτισμένο από ανθρωπιά και ρομαντισμό. Με καμβά του τον κοινωνικό ρεαλισμό, αφηγείται ιστορίες με χρώματα τολμηρά, ρετρό αναφορές που «σφραγίζουν» τα στυλιζαρισμένα πλάνα του και υπόγεια αίσθηση του χιούμορ.
Έτσι, με φόντο την υποβαθμισμένη πλευρά του Ελσίνκι, στο Crime and Punishment (1983) ο δημιουργός φιλτράρει με τη δική του οπτική το ομώνυμο έργο του Ντοστογιέφσκι, ενώ στο La Vie De Bohème (1992) διασκευάζει τη νουβέλα «Scènes de la vie de bohème» που ενέπνευσε την όπερα του Πουτσίνι.
Στην ταινία Leningrad Cowboys Go America (1989) χτίζει ένα κωμικό, σουρεαλιστικό road movie με πρωταγωνιστές τα μέλη της πιο ανορθόδοξης μπάντας του κόσμου, ενώ στο χωρίς διάλογους ασπρόμαυρο Juha (1999) επιστρέφει στην αθωότητα μιας από τις μεγαλύτερες εμμονές του, το βωβό σινεμά.
Η πιο πρόσφατη ταινία του Le Havre (2011), μια λυτρωτική ιστορία διάσωσης ενός παράνομου έφηβου αφρικανού μετανάστη, είναι ίσως η πιο αισιόδοξη στιγμή της καριέρας του δημιουργού.
Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά και ο ίδιος, μιλώντας εξ ονόματος των ηρώων του: «Όταν πλέον δεν υπάρχει ελπίδα, δεν υπάρχει και λόγος για να είμαστε απαισιόδοξοι». Ενώ αναφερόμενος στις επιρρόές δηλώνει: «Ο Charlie Chaplin συνήθως θεωρείται ως ο καλύτερος ηθοποιός της εποχής του. Σήμερα έχουμε τη ενοχλητική συνήθεια να ξεχνάμε ότι υπήρξε και παραμένει ο καλύτερος σκηνοθέτης της υφηλίου. Σε μια και μοναδική σκηνή ήταν ικανός να προκαλέσει και γέλιο και θλίψη. Το σινεμά του δεν μπορεί παρά να μ’ έχει επηρεάσει».

(πηγή δελτίο τύπου 53ο Φεστβάλ Θεσσαλονίκης. επιμέλεια Δ.Μ.)