του Na Hong-jin
(κριτική: Σπύρος Γάγγας)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2627_hope.jpeg

Ο Να Χον-τζίνγκ είναι αναμφισβήτητα ένας θιασώτης του φιλόδοξου κινηματογραφικού θεάματος, με έμφαση στο βίαιο θρίλερ εμπλουτισμένο με στοιχεία τρόμου. Το παλμαρέ του περιλαμβάνει τα έργα «Ο Διώκτης» (2008), «Η Κίτρινη Θάλασσα» (2010) και «Η Ηχώ του Κακού» (2016), όλα με ιδιαίτερα σφιχτή αφήγηση και σασπένς, αλλά πάνω απ’ όλα με αξιοθαύμαστο σκηνοθετικό έλεγχο στον φυσικό χώρο όπου εκτυλίσσεται η δράση. Με το «Hope», ο βιρτουόζος Κορεάτης εκτινάσσει την αγωνία και τη βία σε ομοβροντίες μένους και επιμηκύνει σε εξαντλητικό βαθμό την πορεία προς την ημιτελή κορύφωση.
Όταν σε μια επαρχιακή περιοχή της Νότιας Κορέας εντοπίζεται ένας νεκρός ταύρος με ύποπτα σημάδια βίας επάνω του, ο σερίφης της περιοχής και ένα τσούρμο κυνηγών υποτιμούν τη σημασία του γεγονότος, μέχρι που έρχονται αντιμέτωποι με μια εικόνα που θυμίζει βομβαρδισμένη κωμόπολη και με τα πετσοκομμένα δέντρα στο κοντινό δάσος.
Στα πρώτα σαράντα λεπτά περίπου φανερώνονται οι αρετές του σκηνοθέτη ως προς τον φρενήρη ρυθμό της κάμερας, με λήψεις χαμηλής γωνίας και εντυπωσιακά πανοραμίκ. Στην προσπάθεια να εντοπιστεί η αιτία του ολέθρου, η παραγωγή δείχνει αξιοθαύμαστη προσοχή στη λεπτομέρεια (αρκεί κανείς να δει τη ρημαγμένη λαϊκή αγορά). Με αυτή την εκκίνηση, η έμφαση αποδίδεται στην υλικότητα της ύπαρξης, με πρόσημο τη φθορά και τη συντριβή της.
Η εμμονή με την ανάγλυφη αναπαράσταση της σάρκας, του αίματος και της βίας που παγιώθηκε με το σινεμά του Ταραντίνο δεν είχε ως μόνη επίπτωση την ακύρωση της βαρύτητας της βίας· συνέδραμε, όπως εδώ, σε συνδυασμό με την επιρροή του «Άλιεν», στον γενικότερο φετιχισμό με το γλοιώδες, το κολλώδες και το εμετικό, ως εκφάνσεις του αποτρόπαιου και του υποδόριου πυρήνα της σωματικότητας. Ο σκηνοθέτης, όμως, μεταχειρίζεται αυτά τα στοιχεία μέσα από μια «χαβαλεδιάρικη» αντίληψη για το σινεμά και την επίδρασή του στον θεατή, πασπαλίζοντάς τα με ένα ανέκφραστης υφής χιούμορ.
Πρόκειται για ένα σινεμά δράσης υψηλών ταχυτήτων (η ταινία θα μπορούσε κάλλιστα να ονομάζεται «Δρομείς»), καθώς για σχεδόν 160 λεπτά παρακολουθούμε —συνήθως από χαμηλές γωνίες λήψης και με μεγάλη ταχύτητα— την ομάδα των αρχών, τους κυνηγούς και τα ανθρωπόμορφα τέρατα να αλληλοκαταδιώκονται. Το αποτέλεσμα είναι ένα αμάλγαμα κλαγγής μετάλλου και θανατικού, μέσα από υπερβολές που προσβάλλουν τη νοημοσύνη.
Ωστόσο, η τεχνική αρτιότητα φτάνει σε αξιοθαύμαστα επίπεδα, ειδικά όταν εκτοξεύονται ογκώδη αντικείμενα από τα εξωγήινα όντα· οι σκηνές αυτές ενδέχεται να προκαλέσουν στον θεατή μια αντανακλαστική αναδίπλωση, παρόμοια με εκείνη που ενεργοποίησε στο κοινό «Η Άφιξη ενός Τρένου στο Σταθμό της Λα Σιοτά» των αδελφών Λυμιέρ πίσω στο 1895.
Οι κινηματογραφικές αναφορές άλλοτε είναι εμφανείς (όπως στο «Άβαταρ» και το «Άλιεν») και άλλοτε κεκαλυμμένες, όπως συμβαίνει με το «Ντερσού Ουζαλά» του Κουροσάβα. Στην περίπτωση του τελευταίου, το σπουδαίο αυτό έργο ναι μεν τιμάται μέσω της νύξης για την τίγρη που κατεβαίνει από τη Σιβηρία και εισβάλλει στη Νότια Κορέα μέσω της Βόρειας, ταυτόχρονα όμως διακωμωδείται, καθώς ο εμβληματικός ήρωας μετατρέπεται σε έναν χιουμορίστα νομάδα κυνηγό. Η μετατροπή αυτή συνοδεύεται από μια ιδιαίτερα σκατολογική (και κακόγουστη) υπογράμμιση, που προδίδει πρόθεση αποδόμησης — λες και αν έρθει γλαφυρά στο προσκήνιο ό,τι εκτυλίσσεται στο παρασκήνιο για κάθε Ουζαλά και για κάθε Χάε-σουλ, θα σχηματιστεί η πλήρης εικόνα του κυνηγού που ζει στη φύση.
Και αν κάπου υπάρχει μια οικολογικής προέλευσης μεταφυσική απεικόνιση της Φύσης (όπως στο έργο του Κουροσάβα), στον κατασκευαστικό πυρήνα του «Hope» αυτή υποτάσσεται στη θορυβώδη αφήγηση τύπου βιντεοπαιχνιδιού, η οποία εξελίσσεται μέσα από διαφορετικές «πίστες» και απίθανα πλάσματα. Τα στοιχεία αυτά καταμαρτυρούν μια στείρα έμπνευση. Η ταινία θα μπορούσε κάλλιστα να είχε εκμεταλλευτεί στο έπακρο όσα αρχικά υπαινίσσεται σχετικά με την τεταμένη συνοριογραμμή με τη Βόρεια Κορέα, αλλά και τη σημειολογία των όπλων, τα οποία αποθεώνονται με την αναμενόμενη λατρεία.

HOPE, Να Χον-τζινγκ, Ν. Κορέα, 2026