(Μικρή ιστορία απιστίας)
της Ludovica Rampoldi
(κριτική: Σπύρος Γάγγας)![]()
Σεναριογράφος κυρίως (π.χ. στο «Προδότης» του Μάρκο Μπελόκιο), η Λουντοβίκα Ραμπόλντι κάνει με τη «Μικρή Ιστορία Απιστίας» ένα υποσχόμενο –αν και κάπως επιδερμικό ως προς το ζήτημα που θίγει– σκηνοθετικό ντεμπούτο. Κινούμενη με ιδιαίτερη άνεση στο φωτογενικό εξωτερικό περιβάλλον, αλλά και στα πρόσωπα, φέρνει και πάλι στο φως το χιλιοειδωμένο ζήτημα της απιστίας. Αν και η Ραμπόλντι εμπνέεται από τον «Πρωτάρη» του Μάικ Νίκολς, δεν θα ήταν υπερβολή να εικάσει κάποιος ότι κάμπτει τους ενδοιασμούς προς την απιστία, όπως αυτοί αποτυπώθηκαν με απαράμιλλο τρόπο στο «Σύντομη Συνάντηση» του Ντέιβιντ Λην.
Στο πλαίσιο της σύγχρονης μητροπολιτικής ζωής, η Ραμπόλτι θέτει πράγματι μια «σύντομη συνάντηση» ως το πλαίσιο γνωριμίας του ώριμου Ρόκο (Αντριάνο Τζιανίνι) με τη μικρότερή του Λέα (Πιλάρ Φολιάτι). Και οι δύο είναι σε σχέση: ο Ρόκο παντρεμένος με την ψυχαναλύτρια Σεσίλια (Βαλέρια Γκολίνο), ενώ η Λέα συμβιώνει με τον Άντρεα (Άντρεα Καρπεντσάνο) και τη μικρή τους κόρη. Η έλξη Ρόκο και Λέα έχει ως κινητήριο μοχλό τη σαγήνη και επιθυμία της Λέα· κι εδώ η Ραμπόλντι εξασφαλίζει μια θαυμάσια εκκίνηση της ταινίας, που διαπνέεται από τη ζωντάνια του αναπάντεχου φλερτ και επικείμενου έρωτα. Σύντομα, όμως, η διακριτική ορμή της Λέα θα εισβάλλει στον κόσμο του Ρόκο και της Σεσίλια και, εκεί, οι δυαδικές σχέσεις θα πολλαπλασιαστούν, με αναδυόμενα ερωτήματα ως προς τα κίνητρα.
Η γυναικεία σκηνοθετική ματιά καταγράφει, από την πρώτη σχεδόν ονειρική σκηνή, το δίπολο της αρρενωπότητας: πνευματικές αξίες και ανταγωνιστική εγκεφαλικότητα, μαζί με σωματική καταπόνηση και πειθαρχία (η πυγμαχία αποτελεί ενδεχομένως αναφορά στο «Ο Ρόκο και τα Αδέλφια του» του Βισκόντι). Και καθώς εξελίσσεται η ιστορία, είναι σαφές ότι αυτή η σκηνή λειτουργεί και μετωνυμικά ως προς το διαφαινόμενο αδιέξοδο του Ρόκο. Παρά το γεγονός ότι η εκδοχή του swinging που υιοθετεί η Ραμπόλντι δεν γίνεται εύκολα πιστευτή, αυτή η τροπή στην πλοκή διασώζεται αφηγηματικά, καθώς προσπερνιέται μάλλον γρήγορα, προκειμένου εν τέλει να διασωθούν όλοι οι κεντρικοί χαρακτήρες, θυσιάζοντας όμως ενδιάμεσες καταστάσεις.
Εδώ η ταινία κινείται μάλλον βιαστικά και παρακάμπτει βολικά την συναισθηματική εκδορά της απιστίας ένθεν και ένθεν, προκειμένου να ανέλθει αυτή η εμπειρία στη φωτεινότητα της ζωής (κάτι που υπηρετεί και η κινηματογράφηση) και, συνεπώς, να υπογραμμιστεί αναζωογονητική ανάμνησή της, καθώς και η αμοιβαία κατανόηση και τη συγχώρεση. Με αυτό τον τρόπο, η Ραμπόλντι προτείνει μια ενδιαφέρουσα εξιλέωση του Ρόκο από το σκότος ενός αυτοαναφορικού και μαζοχιστικού ανδρισμού.
Στα ατού της ταινίας καταγράφεται η μουσική επένδυση, που αντλεί τόσο από την ιταλοντίσκο όσο και από το βρετανικό new wave, πλαισιώνοντας διεγερτικά την πρωτόφαντη ερωτική έξαρση, η οποία είναι τελικά και το πιο επιτυχημένο συστατικό της.
ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΠΙΣΤΙΑΣ, Λουντοβίκα Ραμπόλντι, Ιταλία, 2025



