του Lav Diaz
(κριτική: Σπύρος Γάγγας)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2526_magellan2.jpg

Ως προς την αρχιτεκτονική της κινηματογραφικής γλώσσας το σινεμά του Λαβ Ντίαζ χαρακτηρίζεται από μια συστηματική αντίληψη για τον χρόνο και τον ρυθμό του κινηματογραφικού πλάνου. Δίνει άπλετο χώρο στο φυσικό ήχο και με ελάχιστη παρέμβαση επαναπροσδιορίζει τη δράση όχι με κάποιο μακρόσυρτο πανοραμίκ (σχολή Αντονιόνι, Ταρκόφσκι και Αγγελόπουλου) αλλά κυρίως με στατική κάμερα όπου το βλέμμα καλείται να συντονιστεί με το τοπίο και τους ήχους του. Μέσα από αυτή την υπομονετική στάση το σινεμά του Ντίαζ αποκαλύπτει την ανθρώπινης παρουσία σε στυλιζαρισμένα μοτίβα και με υποκριτική κινησιολογία που δεν δραπετεύει από τον ρεαλισμό αλλά αφετέρου δεν παραδίδεται στην έξαρση του τελευταίου ακόμα και στις πιο τραγικές εκφάνσεις του ανθρώπινου πόνου. Φιλμάροντας συνήθως σε ασπρόμαυρο και τοποθετώντας τη δράση στις Φιλιππίνες από όπου κατάγεται, χρησιμοποιεί το τροπικό δάσος ως το πεδίο εντός του οποίου ξεδιπλώνεται το προσωπικό, το οικογενειακό αλλά και το εθνικό δράμα. Ως συνέπεια της ανελαστικής του αντίληψης για την ροή του χρόνου εντός του χώρου ταινίες του όπως η «Εξέλιξη μιας οικογένειας από τις Φιλιππίνες» (2005) η «Μελαγχολία» (2008), το «Νόρτε, το τέλος της Ιστορίας» (2013) ή το «Από όσα έπονται» (2014) εκτείνονται σε διάρκεια από τέσσερεις έως και πάνω από δέκα ώρες -μια δοκιμασία επίπονη αλλά και εκστατικά μυητική! Διαμορφώνει έτσι μια εντελώς πρωτότυπη κινηματογραφική γλώσσα σε αντίθεση με τον ωμό και επιθετικό κοινωνικό ρεαλισμό ενός Λίνο Μπρόκα, τον ακτιβιστικό φεμινισμό του Ισμαήλ Μπερνάλ ή τον πανκ μεταμοντερνισμό του Χαβν ντε λα Κρουζ, επίσης σημαντικών εκφραστών του φιλιππινεζικού σινεμά.  
Υπό αυτό το πρίσμα, ο «Μαγγελάνος» αποτελεί την πιο «συμβατική» ταινία του Ντίαζ, πάντα υπό τον όρο του συμβατικού εντός του δικού του κινηματογραφικού υποδείγματος. Στα 160 λεπτά και έγχρωμη, η μεγαλόπνοη ταινία πραγματεύεται το πόνημα του ξακουστού θαλασσοπόρου, εξερευνητή και ευπατρίδη Φερδινάνδου Μαγγελάνου (~1480-1521) ο οποίος για λογαριασμό του Ισπανικού στέμματος, παρόλο που Πορτογάλος, επιχείρησε τον πρώτο περίπλου της γης. Τον κατηφή Μαγγελάνο υποδύεται ο γνωστός Μεξικανός ηθοποιός Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ και σε καμία περίπτωση δε συνάδει η απεικόνισή του με τον κανόνα αποτύπωσης ηγετικών και τολμηρών προσωπικοτήτων στο είδος του ιστορικού δράματος. Η ταινία χωρίζεται σε τέσσερα επεισόδια: αρχίζοντας με την ολόγυμνη αυτόχθονα και απορημένη στη θέα ενός λευκού άνδρα καταγράφει τη σφαγή στη Μαλάκκα της Μαλαισίας, το δουλεμπόριο και την επιστροφή του τραυματισμένου Μαγγελάνου στην Πορτογαλία. Εδώ, στο δεύτερο επεισόδιο, ο Ντίαζ αντανακλά με χλωμάδα το μεσογειακό φως και αναπαριστά, ίσως σε αναφορά στον Βισκόντι, τις μαυροντυμένες γυναίκες να περιμένουν τους θαλασσοπόρους. Αγγίζει δε με αφοπλιστική αφηγηματική ευρηματικότητα την ερωτική έλξη που θα οδηγήσει στο γάμο του Μαγγελάνου με τη δεκαοκτάχρονη Βεατρίκη Μπαρμπόζα και στην απόφασή του να αποπειραθεί τον περίπλου της γης. Όταν πλέον τα πλάνα κυματίζουν μαζί με τις καραβέλες στον Ατλαντικό Ωκεανό εγκαινιάζεται το άτυπο τρίτο επεισόδιο που είναι και το πιο απαιτητικό για τον θεατή αλλά ίσως και το πιο αξιοθαύμαστο: το ντεκουπάζ στο κατάστρωμα, στα κατάρτια, στο διαμέρισμα του Μαγγελάνου στη πρύμνη μετατρέπουν την καραβέλα σε νοητική οφθαλμαπάτη καταπόνησης, ματαίωσης, παράκρουσης αλλά και άτεγκτης πειθαρχίας απέναντι στη σωματική και πνευματική χαλάρωση που θα θέσει σε κίνδυνο την αποστολή στην πρακτική και την ιδεολογική της προσήλωση. Με την άφιξη στις Φιλιππίνες και την υποδοχή του Μαγγελάνου από τον Ράτζα Χουμαμπόν, βασιλέα του Σεμού, τον προσηλυτισμό του τελευταίου, και τέλος τη σφαγή μεγάλου μέρος του πληρώματος του Μαγγελάνου και του ιδίου από τον (αφανή) φύλαρχο Λάπου-Λάπου στο νησί Μακτάν, η ταινία καταλήγει ως μετα-αποικιακή (αλλά και ειρωνική) ματιά που στηλιτεύει τη ματαιοδοξία του κυρίου απέναντι στον δούλο. Κι εδώ, στο απόγειό της δραματουργικής πορείας, εκφράζεται αναπάντεχα -καθώς ο αστός θεατής έχει παρασυρθεί από την εξατομικευμένη ψυχολογία με την οποία δουλεύει ο κανόνας του σινεμά- η ουσία αυτής της σχέσης όπου, όπως και στον Éγελο που την στοχάστηκε, η κύριος αποδεικνύεται σκλάβος του φόβου του για τη δυνητική εξέγερση του δούλου ή, με την ίδια κατάληξη, συντηρεί την πλάνη ότι ο δούλος θα τού είναι πάντα και ειλικρινώς πιστός.    
Οργανωμένη θρησκεία, προσηλυτισμός και ανιμισμός, οικονομικός στραγγαλισμός ανταγωνιστικών αυτοκρατοριών, γνήσια ορμή ανακάλυψης νέων θαλάσσιων οδών, η εξουσία ως τρόπος επίτευξης στόχων, η θέση της γυναίκας και η οικουμενική οδύνη για την απώλεια συζύγων και παιδιών, η μόλυνση των ιθαγενών, η ομοφυλοφιλία, το ήδη παγκοσμιοποιημένο δουλεμπόριο παρελαύνουν στον θεματικό καμβά του Ντίαζ ως πτυχές του δράματος της ανθρωπότητας, πλαισιωμένες σε εκπληκτικού κάλλους κάδρα, ενδεχομένως εμπνευσμένα από τον Καραβάτζιο, τον Τέρνερ και τον Ντελακρουά. Στη διεύθυνση φωτογραφίας πέραν του ίδιου του Ντίαζ υπάρχει η πινελιά του Αρτούρ Τορτ (στο «Pacifiction» του Άλμπερτ Σέρρα): Η σχεδόν ξεφτισμένη χροιά και κυρτότητα του χώρου δημιουργεί μια μυσταγωγική, σχεδόν υπερρεαλιστική, και ονειρική προοπτική· ένα κλειστό σύμπαν ως εάν επρόκειτο για τον περίπλου μόνο του οράματός του Μαγγελάνου από τον ίδιο και με πλήθος «κομπάρσων» έρμαιο αυτού.  
Δεν γνωρίζουμε εάν ο Ντίαζ είχε σύγχρονη πολιτική στόχευση με αυτό το αμιγώς πολιτικό έργο. Θα μπορούσαμε, ωστόσο, και μάλλον με έγκυρο τρόπο, να βασιστούμε σε αυτό που ο Μπόρντγουελ αποκαλεί «συμπτωματικό νόημα» και δεν αφορά στις προθέσεις του δημιουργού αλλά τεκμαίρεται από την σύμπτωση μεταξύ της εποχής της κυκλοφορίας του έργου με την εκάστοτε πολιτική και κοινωνική συγκυρία. Στην εποχή μας που ταλανίζεται από νέο-αυταρχικά μοντέλα διακυβέρνησης, σκαιές ιμπεριαλιστικές έξεις, και εμπορικούς «πολέμους» σε πλανητικό επίπεδο με γη και θάλασσα να μην έχουν απωλέσει τη γεωπολιτική τους σημασία, οι αντιστοιχίες με την πυρετώδη δίψα του Μαγγελάνου για το πρωτόφαντο είναι εμφανείς, δίχως όμως την καλλιτεχνικά λυτρωτική διάθλαση της άρτιας ματιάς του Ντίαζ.  

Μαγγελάνος (Magalhães) Lav Diaz, Φιλιππίνες/ Ισπανία/ Πορτογαλία/Γαλλία/Ταϊβάν, 2025)