(Δύο εποχές, δύο ξένοι)
του Shô Miyake
(κριτική: Ζωή- Μυρτώ Ρηγοπούλου)![]()
Η Λι, μια νεαρή Κορεάτισα σεναριογράφος που ζει στην Ιαπωνία, γράφει μια μελαγχολική ιστορία για δύο νέους που γνωρίζονται κι ερωτεύονται δίπλα στη θάλασσα, ενώ κουβαλούν ο καθένας τους και τη δική του θλίψη. Νοιώθει, όμως, μετά την έμπνευσή της να χάνεται και φεύγει ταξίδι στο χιόνι και το κρύο του βουνού μήπως την ξαναβρεί. Στο απομονωμένο πανδοχείο που καταλύει, ο ιδιοκτήτης είναι ένας τραχύς μεσήλικας με δικά του προβλήματα. Δύο άγνωστοι κάτω απ’ την ίδια στέγη, ο καθένας στον κόσμο του, μοιάζει μ’ ανούσια συνάντηση. Ή ίσως και να μην είναι διόλου έτσι…
Σαν μικρό ταξίδι στην ανθρώπινη κατάσταση και στη θλίψη της ύπαρξης, αλλά και στους περιορισμούς και τη μοναξιά του σύγχρονου κόσμου, συγκεκριμένο, συμβολικό και μεταφορικό μαζί, το Δύο εποχές, δύο ξένοι/ Tabi to Hib / Two Seasons, Two Stranger σε σκηνοθεσία και σενάριο του Σο Μιγιάκε, μας παίρνει μαζί του σε μια εσωτερική βουτιά μεγάλης εικαστικής κι αισθητικής δύναμης κι άλλης τόσης αφηγηματικής ουσίας, που κολυμπά υπόγεια προς τη ζωή, ενώ μας θυμίζει ανεπαίσθητα και διαρκώς την έλξη και την απειλή του θανάτου. Με μινιμαλισμό κι ακρίβεια, τιμώντας και την ιαπωνική παράδοση που συμπυκνώνει κι αφαιρεί και μιλά για την ύπαρξη μέσα κι απ’ τη φύση και τα ζώα, μ’ αφήγηση διττή, εντός κι εκτός κάδρου, όπως κι οι θέσεις της Λι και με μια κάμερα-παρατηρητή που παίζει μ’ οπτικές γωνίες κι αποστάσεις, η πλοκή πετυχαίνει να εξελίξει τις εγκιβωτισμένες ιστορίες της σαν στοχασμό λυρικό κι υπαρξιακό μαζί, ονειρικό ως προς το ύφος και το ρυθμό, αλλά γειωμένο ως προς το περιεχόμενο και την ουσία. Η ταινία, που έχει βραβευτεί για τις αρετές της και με τη Χρυσή Λεοπάρδαλη και το Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής Νέων στο Φεστιβάλ του Λοκάρνο 2025, μιλά για τις συναντήσεις, είναι, όμως και η ίδια προϊόν μιας συνάντησης, αυτής του σκηνοθέτη με τον σπουδαίο Γιοσιχάρου Τσούγκε και τα μάνγκα (κόμικς) του «Μια θέα στη θάλασσα» και «Ο κ. Μπεν και το ιγκλού του» στα οποία βασίστηκε το σενάριο.
Ο Μιγιάκε κράτησε σε μεγάλο βαθμό τη σημειολογία και το ύφος τους, κατόρθωσε ν’ αποδώσει κινηματογραφικά κι έγχρωμα την αίσθηση της ασπρόμαυρης αισθητικής τους -αυτό κι αν ήταν επίτευγμα!- κατέδειξε ως σύμβολα/υπαρξιακές μεταφορές κάποια στοιχεία τους, όπως τη θάλασσα, το χιόνι, το κρύο, αλλά και τα ψάρια που μοιάζουν εδώ ν’ αντανακλούν κάτι απ’ τη μοίρα και τους εγκλωβισμούς του ανθρώπου. Ταυτόχρονα, απέφυγε τη σκέτη μίμηση, αλλάζοντας ό,τι είχε ανάγκη (όπως το φύλο του ήρωα στον κύριο Μπεν) κι εγκιβωτίζοντας τις ιστορίες του Τσούγκε μέσα σε μια δική του ευρύτερη αφήγηση, το βάθος και τη σημασία της οποίας όρισε εκείνος, ενώνοντας σκηνοθετικά και σεναριακά τα νήματα με τον τρόπο ενός ποιητή που οδηγεί τον αναγνώστη ν’ αντιληφθεί με διαύγεια, συναισθηματικά το νόημα, κι ας μην ξέρει πάντα μετά πώς να το βάλει σε λέξεις.
Η Λι μιλά στον εαυτό της κορεάτικα και στους άλλους ιαπωνικά, αλλά ακόμα κι αν οι θεατές δεν το αντιληφθούν η πρόσληψη της ταινίας δεν θ’ αλλάξει, αφού η διαφορά ανάμεσα στην εικόνα/επιφάνεια κι αυτό που συμβαίνει εσωτερικά παραμένει με σαφήνεια εκεί, το ίδιο κι η απόσταση με τον Άλλον. Η κάμερα καθιστά τη Λι αθέατη αρχικά -σαν μια αφηγήτρια δημιουργό που ορίζει η ίδια το μέσο, στη συνέχεια, όμως, την κάνει πρωταγωνίστρια/αφηγήτρια και παρατηρούμενη μαζί - σαν ένα σχόλιο πάνω στην καλλιτεχνική δημιουργία την ίδια.
Υπάρχουν ένα σωρό πράγματα εδώ για το θεατή να σκεφτεί ή να συζητήσει, το πιο βασικό, όμως, εδώ, είναι αυτό το βίωμα γαλήνης και ηρεμίας που θα έχει όταν σηκωθεί νωχελικά απ’ τη θέση του, σαν κάτι ωραίο να έχει συμβεί που τον παρακινεί θετικά, αλλά δεν ξέρει ακριβώς τι – κι αυτό συμβαίνει κάποιες φορές ευτυχώς με τις συναντήσεις.



