της Suzannah Mirghani
(κριτική: Ζωή- Μυρτώ Ρηγοπούλου) ![]()
Στο χωριό της στο Σουδάν η έφηβη Ναφίσα περνάει τις μέρες της δουλεύοντας στα αγαπημένα της μπαμπακοχώραφα, γράφοντας ποιήματα για ένα αγόρι και τον έρωτα και πηγαίνοντας με τις φιλενάδες της στο ποτάμι. Όλα υπό το άγρυπνο βλέμμα της γιαγιάς της, Αλ-Σιτ, που διαφεντεύει το σπίτι τους και το χωριό ολόκληρο μια κι εκείνη τους απελευθέρωσε κάποτε απ’ το Βρετανό Κυβερνήτη. Η Αλ-Σιτ κάνει σχέδια για το μέλλον της Ναφίσα, όπως εξάλλου κι οι γονείς της, χωρίς κανείς να νοιάζεται τι θέλει η ίδια. Εν τω μεταξύ στο χωριό έχει έρθει νεαρός Σουδανός επιχειρηματίας παρέα με μεταλλαγμένους σπόρους και παχιές υποσχέσεις για πλούσιες σοδειές χωρίς προβλήματα. Και απ’ ότι ακούγεται αναζητάει ντόπια νύφη…
Κοφτερή ματιά που δεν χαρίζεται πουθενά μαζί με εικόνες ξέχειλες από λυρισμό και αρμονία και μια δόση από αφρικανικό μαγικό ρεαλισμό που πετάει κι αναπάντεχες σπόντες, ένας εξαιρετικός και διόλου εύκολος συνδυασμός δηλαδή κοινωνικό-οικολογικού-φεμινιστικού ρεαλισμού και ντοκιμαντερίστικης διάθεσης με μια αίσθηση ποιητικότητας, ανάλαφρου κι ομορφιάς -σαν ο εσωτερικός κόσμος του νεαρού κοριτσιού να βγαίνει στο πανί- είναι μερικοί απ’ τους λόγους που αξίζει να δει κανείς το Cotton queen της Suzannah Mirghani. Ένας ακόμα -που στέκει κι αυτόνομος- είναι ένα μικρό, αλλά γεμάτο γλύκα κι ουσία ποιηματάκι! Και μάλιστα απ’ αυτόν που δεν θα το περίμενε κανένας!
Ο απλός κι ανεπιτήδευτος τρόπος που το Cotton queen, θέτει με αμεσότητα και συμπύκνωση μια σειρά από δύσκολα θέματα, χωρίς να γίνεται ποτέ ζοφερό ή μίζερο, αλλά αντίθετα διατηρώντας σ’ όλη του την αφήγηση την ελπίδα και τη χαρά της ζωής είναι ένα χάρισμα της σκηνοθεσίας της Mirghani, για το οποίο αξίζει πολλά εύσημα, ταυτόχρονα, όμως μοιάζει να αντανακλά και μια κοινή οπτική για την τέχνη και τη ζωή που έχουν αρκετά συχνά οι αφρικανικές, καλές ταινίες.
Η έκπληξη δεν συναντάται συχνά στην ταινία αυτή -αλλά όταν συμβαίνει είναι καίρια- αφού το αναμενόμενο κι η προοικονομία του είναι οι τρόποι με τους οποίους η αφήγηση εμπλέκει συναισθηματικά το θεατή που θ’ αρχίσει σύντομα να προβληματίζεται πάνω σ’ όλα αυτά που θα συμβούν όσο κανείς δεν θέλει να τα αλλάξει ή να τα σταματήσει. Η ελευθερία του νεαρού κοριτσιού δεν παρεμποδίζεται έτσι μόνο απ’ τους δικούς της, αλλά κι από μια κοινωνία ολόκληρη που βολεμένη στους θρύλους της δεν αμφισβητεί τίποτα απ’ τα όσα την περιορίζουν. Η Ναφίσα κι η γιαγιά της δείχνονται ως οι μόνες -η κάθε μία για τους λόγους της- που δυσανασχετούν απέναντι στην κατάσταση των πραγμάτων και στο γεγονός ότι οι χωρικοί είναι έτοιμοι να υποταχτούν οικειοθελώς σε μια νέου είδους ντόπια, ταξική κι αστική «αποικιοκρατία» χωρίς να τους ενδιαφέρει καν να διερευνήσουν πριν τι κακό μπορεί να κάνει αυτό στη γη και τη Φύση. Αντίθετα, είναι πρόθυμοι να ξεπουλήσουν στο νέο κατακτητή μέχρι και τα κορίτσια τους, όπως και τα αγνά τους μπαμπακοχώραφα για να αποκομίσουν μια πιο εύκολη -όπως νομίζουν- ζωή και κέρδος.
Η οικολογική οπτική της ταινίας, συνοδεύεται από μια οξυμένη φεμινιστική ματιά, που δεν κρύβει τίποτα κάτω απ’ το χαλί, ούτε και τη διαγενεακή καταπίεση των κοριτσιών απ’ τις μητέρες και τις μεγαλύτερες γυναίκες (εξαιρετική η σκηνή με το κουκλοθέατρο) και παρ’ ότι αναγνωρίζει αγνότερες προθέσεις στη γιαγιά μητριάρχισσα, δείχνει με ποιο τρόπο αναπαράγει κι αυτή καταπιεστικές σχέσεις εξουσίας. Τα αρνητικά της μητριαρχίας και της προσκόλλησης στο παρελθόν και σε έθιμα που αρνούνται την σεξουαλική ευχαρίστηση στα κορίτσια, και τον έρωτα εν τέλει και στα αγόρια, ειδικά αν είναι φτωχά, παρουσιάζονται έτσι εδώ να συναγωνίζονται στα ίσα εκείνα μιας υποτιθέμενης προόδου και μιας ανερχόμενης πατριαρχίας με ταξικό και νέο-φεουδαρχικό πρόσημο.
Στο Cotton queen -η πλοκή του οποίου βασίστηκε στη μικρού μήκους ταινία της Mirghani, Al-Sit-, το πραγματικό/ ρεαλιστικό ενώνεται με την επιθυμία και τους θρύλους κι η αφήγηση κατορθώνει μέσα απ’ την απόδοση του περίγυρου αλλά και του εσωτερικού κόσμου του νεαρού κοριτσιού να καταδείξει την ψυχική αφύπνιση που θα οδηγήσει στην ουσιαστική ενηλικίωσή του. Η πράξη της ενώνει τους αγώνες του παρελθόντος -όπως κι αν έγιναν- με το παρόν δείχνοντας πως ένα κομμάτι της ψυχής της σουδανέζικης αυτής κοινωνίας παραμένει ζωντανό και πως η πιο σημαντική σχέση του ανθρώπου παραμένει αυτή με τη Γη – κι απέναντί της οφείλει κανείς να μην παραιτείται.
La Biennale di Venezia 2025/ Settimana Internazionale della Critica



