(Inside Amir)
του Amir Azizi
(κριτική: Καλλιόπη Πουτούρογλου)![]()
«The streets, the mountains, the trees, the plains, the cities,
to get better you have to run so fast you pass through everything…
the past, the memories, the fear, the loneliness, the people
keep running till you catch the scent of something sweet…
keep running even through sorrow»
Μια τηλεφωνική συνομιλία. Εισπνοή, εκπνοή. Ένας νεαρός ποδηλάτης διασχίζει τους δρόμους της Τεχεράνης. Δουλεύει ως διανομέας αλλά απολαμβάνει τη διαδρομή. Κάθε ανηφόρα και κατηφόρα, κάθε λεωφόρο, σήραγγα ή περιφερειακή. Επιταχύνοντας ή επιβραδύνοντας, με χέρια ή χωρίς, οι ποδηλατικές του διαδρομές, που επανέρχονται τακτικά σαν μουσικά ιντερλούδια, αντανακλούν, όπως ακριβώς και το πρόσωπό του, την αμφιθυμία μιας ενδιάμεσης συνθήκης : τον ενθουσιασμό και την απελευθερωτική έξαψη , μια ενέργεια σχεδόν προωθητική αλλά και μια ανησυχία και μελαγχολία, ίσως και απροσδιόριστη δυσαρέσκεια. Γιατί ο Amir σχεδιάζει σύντομα να εγκαταλείψει τη χώρα του. Κάτι για το οποίο δεν είναι σίγουρος ούτε συναισθηματικά έτοιμος.
Το "Inside Amir", τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του Amir Azizi, που αντλεί τις ρίζες της από προσωπικά βιώματα του δημιουργού της, ακολουθεί έναν νεαρό άνδρα στην Τεχεράνη, παραμονές της μετανάστευσής του. Ανάμεσα σε νοσταλγικές αναμνήσεις, συναντήσεις με φίλους και νυχτερινές βιντεοκλήσεις με την κοπέλα του, σε μια πόλη με συχνές διακοπές ρεύματος, αισθητές απουσίες και σιωπηλή ανασφάλεια, ο κεντρικός ήρωας βρίσκεται μπροστά σε μία καθοριστική απόφαση που θα του αλλάξει τη ζωή: να παραμείνει στην πατρίδα του ή να μετεγκατασταθεί στην Ιταλία για να είναι με την αγαπημένη του.
Η ταινία κινείται ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν, εστιάζοντας στις καθημερινές συνήθειες και στα όσα απλά συμβαίνουν στους οικείους χώρους που ο Amir επισκέπτεται, πάντα με το αγαπημένο του ποδήλατο, προέκταση του εαυτού του. Σε αυτή την ενδιάμεση κατάσταση αναμονής και διαρκούς περιπλάνησης ο Azizi σχεδιάζει δύο συναισθηματικά τοπία που επηρεάζουν καθοριστικά τον ήρωα. Το πρώτο περικλείει τους στενούς του φίλους και έναν θείο, τον μοναδικό συγγενή. Πρόκειται για ένα αντρικό σύμπαν που κουβαλά μια ιδιαίτερη συναισθηματική ευαισθησία και ευαλωτότητα αλλά και τις δικές του βιωματικές ιστορίες όσον αφορά τη μετανάστευση. Ιστορίες που ο Amir ακούει συνεπαρμένος σε σκηνές οικιακής συνεύρεσης που εμπνέουν την θαλπωρή και την ασφάλεια μιας εστίας. Το δεύτερο είναι αυτό των ονειροπολήσεων στο οποίο πρωταγωνιστεί η σύντροφός του, ένα πρόσωπο για πολλούς λόγους μοιραίο στη ζωή του. Είναι άραγε αυτή, η νεράιδα στην οποία αναφέρεται το τραγούδι που ακούγεται σε μια -χαλαρής σύνδεσης αλλά υπέροχης οπτικής σύνθεσης- σκηνή στην ταινία; Ο δημιουργός πάντως σε μια προσπάθεια χαλαρής και αβίαστης εξισορρόπησης αφιερώνει τον ίδιο χρόνο και για τα δύο αυτά συγκρουόμενα σύμπαντα, φωτίζοντάς τα διαδοχικά με ένα γλυκόπικρο, μελαγχολικό φως που βαραίνει εξίσου τον ήρωα.
Το Inside Amir μπολιάζοντας στοιχεία ευρωπαϊκού και ιρανικού κινηματογράφου, όπως ακριβώς και οι μουσικές συνθέσεις που το συνοδεύουν, στέκεται σαν τον ήρωα του, σε ένα μεταίχμιο. Δεν προσφέρει απαντήσεις ή κάποιο πολιτικό μήνυμα για τη μετανάστευση, την ταυτότητα ή για το τι είναι σωστό ή λάθος, αλλά λειτουργεί περισσότερο σαν ένας χαμηλόφωνος στοχασμός πάνω στο τι παραμένει άλυτο. Για την μετακίνηση και τους εσωτερικούς περιορισμούς που καθορίζουν την προσωπική περίμετρο του καθενός. Αλλά και «…για την ποίηση της καθημερινής ζωής , τους ρυθμούς και τις στιγμές που αν και ήρεμες είναι συναισθηματικά φορτισμένες. Ένα υπομονετικό βλέμμα που εμπιστεύεται την ευαισθησία του κοινού», όπως δηλώνει χαρακτηριστικά ο ίδιος ο σκηνοθέτης.
La Biennale di Venezia 2025/ Giornate degli Autori



