του Carlos Reygadas
(κριτική: Σπύρος Γάγγας)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2425_silent-light-2.jpg

Στο σύγχρονο σινεμά το οποίο απωθεί όλο και περισσότερο το υπερβατικό στοιχείο και τον αντίστοιχο προβληματισμό, όποια απόπειρα επανασύνδεσης του κινηματογράφου με το ζήτημα της πίστης αλλά και της θεολογικής εξήγησης του Κακού φαίνεται καταδικασμένη αν και είναι καταγεγραμμένα σημαντικά έργα που ανακατασκευάζουν το υπερβατικό στην εκκοσμικευμένη μας εποχή (π.χ. «Μετρητής Καρτών» του Πωλ Σρέιντερ, «Corpus Christi» του Γιαν Κομασά, όπως άλλωστε και το σινεμά του Τέρενς Μαλικ). Το «Σιωπηλό Φως» ανήκει σε αυτή τη συνομοταξία που επιχειρεί να στοχαστεί το θρησκευτικό στοιχείο στο πλαίσιο όμως μιας μικρής κοινότητας και όχι στο ευρύτερο αστεακό περιβάλλον.
Η ταινία εστιάζει σε μια κοινότητα Μεννονιτών στο Μεξικό όπου αρχικά παρατηρούμε την καθημερινότητα μιας οκταμελούς οικογένειας στο αγρόκτημά της. Το πειθαρχημένο παράστημα της οικογένειας κατά το πρωινό διακόπτεται από τη χαριτωμένη όρεξη των νεότερων μελών της και ο νατουραλισμός με τον οποίο δεξιοτεχνικά αποτυπώνεται η μετέπειτα ρουτίνα δίνει την εντύπωση της ίδιας της ακύρωσης της υποκριτικής. Το λούσιμο στην πηγή, η σύντομη έκθεση στον τηλεοπτικό δέκτη με τον κάθιδρο Ζακ Μπρελ και τους μορφασμούς του ως αξιοπερίεργο άνοιγμα στον έξω κόσμο, καθώς και η ενασχόληση με το αγρόκτημα και το νοικοκυριό υπογραμμίζονται από μια ανεπαίσθητη συστολή του πατέρα. Σε αυτή την κοινότητα της αυστηρότατης υπαγωγής στη θρησκεία (οι σχεδόν ανέκφραστες φιγούρες θυμίζουν τους φημισμένους πίνακες του Γραντ Γουντ με τους Προτεστάντες αγρότες), ο πειρασμός θα προέλθει από τις αισθήσεις και την επιθυμία που σε αυτόν τον κήπο της Εδέμ θα λάβει την σεξουαλική ορμή.
Κατά παράδοξο αλλά αφηγηματικά αποτελεσματικό τρόπο ο Ρεϋγκάδας εισάγει μια αίσθηση σασπένς, καθώς καλούμαστε, καρτερικά ομολογουμένως, να οδηγηθούμε στη δραματουργική κορύφωση μιας ενδοοικογενειακής τρικυμίας. Αυτή όντως θα κλιμακωθεί στο εσωτερικό του αυτοκινήτου του ζευγαριού με συνέπεια τον θάνατο της Εσθήρ και απατημένης συζύγου του Γιόχαν. Ο Ρεϋγκάδας αφιερώνει την κορύφωση της ταινίας στην ανοιχτή χειρονομία του προς το αριστούργημα του Ντράγιερ, «Ο Λόγος» (1955). Το νεκροκρέβατο της Εσθήρ βρίσκεται στο απογυμνωμένο από περιττά έπιπλα και αντικείμενα δωμάτιο σε μια αισθητική πλαισίωση που παραπέμπει ευθέως στον ψυχολογικό ρεαλισμό και πνευματικότητα της αφαιρετικής σκηνοθεσίας ενός Ντράγιερ. Το νεύμα προς την ανάσταση νεκρού κινείται, παρά την κάποια διαφοροποίηση, στον αφηγηματικό και δραματουργικό άξονα της ταινίας του Ντράγιερ. Αντί του Γιοχάνες στον Ντράγιερ, είναι η Μαριάν εκείνη που δίνει το φιλί της ζωής στην απατημένη Εσθήρ ως ικεσία συγχώρεσης αλλά και δείκτη της δύναμης της πίστης. Όπως και στον «Λόγο» το μικρό κορίτσι είναι αυτό που «βλέπει» την ανάσταση της μητέρας του ενώ ο Ρεϋγκάδας αποσύρεται από το να τεκμηριώσει την επικύρωση του θαύματος και από τον μεταμελημένο και συντετριμμένο Γιόχαν. Αντιθέτως, κλείνει την ταινία με μια αργόσυρτη λήψη από το σούρουπο στη μεξικανική στέπα και τον έναστρο ουρανό, αφήνοντας ανοικτή την πραγματικότητα του «θαύματος».
Σε αυτό το σημείο όμως συναντάμε και ένα σύνηθες όριο (και αδυναμία κατ’ εμέ) μεγάλου μέρους του σύγχρονου σινεμά του δημιουργού. Εκεί όπου ο Ντράγιερ δε διστάζει να εκθέσει την ηθική και οντολογική του θέση για το ζήτημα του υπερβατικού, ο Ρεϋγκάδας υιοθετεί μια ανοικτή ερμηνεία ως προς το γεγονός του «θαύματος». Ο ίδιος έχει τοποθετηθεί για το σινεμά και τις προθέσεις του δημιουργού, λέγοντας ότι η εκπεφρασμένη φιλοσοφική, ηθική ή κοινωνική αλήθεια του καθενός μετατρέπεται σε κανονιστικό δόγμα και παύει να συνδέεται με την πραγματικότητα σε αντίθεση με το ποιητικό στοιχείο και την ερμηνευτική του ανοιχτότητα. Εδώ, ωστόσο, ελλοχεύει και ο κίνδυνος να μετατραπεί η ανοιχτότητα σε μια βολική ‘θέση’ για τον δημιουργό, κολακεύοντας το κοινό αφού εκείνος αποσύρεται από την έκφραση της αλήθειας του. Άραγε υπό το πρίσμα του Ρεϋγκάδας η συστηματικά εκπεφρασμένη στο πανί -αλλά και σε γραπτά- οντολογία και ηθική ενός Μπρεσόν, Ταρκόφσκι ή Ντράγιερ στερείται ποιητικότητας και κάποιας ερμηνευτικής ανοιχτότητας;
Ανεξάρτητα όμως από αυτόν τον προβληματισμό, το «Σιωπηλό Φως» αξίζει την προσοχή του θεατή τουλάχιστον για τη γενναιότητα του σκηνοθέτη να αναμετρηθεί με τον Ντράγιερ αλλά και την πεποίθηση του ότι το σύγχρονο σινεμά δύναται να τιμήσει και να ανακατασκευάσει στο σήμερα κλασικά κινηματογραφικά αριστουργήματα.

Silent Light (Carlos Reygadas, Μεξικό/Γαλλία, 2005)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2425_silent-light.jpg