του Δημήτρη Κουτσιαμπασάκου
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2526_yfantres.jpg

Το 1963, η σουηδική ανθρωπιστική οργάνωση ΙΜ ιδρύει στη Βλάστη, ορεινό χωριό του νομού Κοζάνης, ένα πρότυπο κέντρο υφαντικής. Για είκοσι πέντε χρόνια αυτό το διαπολιτισμικό εγχείρημα θα στηρίξει τις γυναίκες της κοινότητας, αλλά και αυτόν τον προικισμένο τόπο που δοκιμάστηκε σκληρά από τους πολέμους, τη φτώχεια και την εγκατάλειψη.
Ένα χρονικό που προσφέρει μια γλυκόπικρη ματιά, διατυπώνοντας καίρια ερωτήματα σχετικά με την ανάπτυξη της ελληνικής υπαίθρου.
Ο σκηνοθέτης δηλώνει:  «Σε αυτήν την ορεινή κοινότητα συνυπήρξαν για χρόνια δύο πολιτισμοί, οι ντόπιοι και οι Σουηδοί, που τους επισκέπτονταν συχνά μεταφέροντας τεχνογνωσία και συμμετέχοντας στην προώθηση των προϊόντων στις αγορές.Τα υφαντά γίνονται ανάρπαστα. Αλλά η οικονομική ανεξαρτησία των γυναικών ταράζει την πατριαρχική κοινωνία του χωριού, αλλάζει τις ισορροπίες των οικογενειών και, σε βάθος χρόνου, τη ζωή των κατοίκων της μικρής κοινότητας» 
Και συνεχίζει: «Μου έκανε εντύπωση με πόσο βαθιά εκτίμηση, νοσταλγία και αγάπη θυμόντουσαν εκείνη την περίοδο της ζωής τους. Αναλογιζόμενες ταυτόχρονα το άδικο και το κρίμα αυτής της διακοπής. Την ίδια ώρα δεν έκρυβαν τον προβληματισμό τους για την εύρεση τρόπων συνέχισης του πετυχημένου αυτού εγχειρήματος.
Ήταν κάτι πολύ συγκινητικό. Οι υφάντρες της πρώτης εποχής, που είναι πια γερόντισσες, επέστρεψαν στον χώρο όπου ύφαιναν στα νιάτα τους. Θυμήθηκαν και μοιράστηκαν μαζί μου τις αναμνήσεις από εκείνη την εποχή. Αυτές οι γυναίκες είναι κομμάτι της ιστορίας της πατρίδας μας. Πολλές έφυγαν από τον τόπο τους. Είτε παντρεύτηκαν είτε ακολούθησαν την περιπέτεια και τη μοίρα της μετανάστευσης των οικογενειών και την αναζήτηση εργασίας των συζύγων τους. Το συγκεκριμένο εγχείρημα δεν μπόρεσε να ανακόψει το ρεύμα αστυφιλίας και αστικοποίησης που κυριάρχησε για τρεις δεκαετίες»

(δ.τ.)