του Γιάννη Σμαραγδή
(κριτική: Γιώργος Αντωνίου)![]()
O Kαποδίστριας, του Γιάννη Σμαραγδή, που έχει σπάσει τα ελληνικά ταμεία, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα δραματικό, πατριωτικό, εμπορικό, ιστορικό και βιογραφικό φιλμ που κατάφερε να επικοινωνήσει και να αρέσει, αν όχι να συγκινήσει το ελληνικό κοινό του. Ο έμπειρος, παλιός, αναγνωρισμένος και βετεράνος σκηνοθέτης υιοθετεί ένα καλά ελεγχόμενο στιλ κάπως ακαδημαϊκό, ενίοτε μεγαλόσχημο, με δραματικά κρεσέντο, με υπερτονισμένη μουσική, με σχετικά πλούσια ντεκόρ και αποτελεσματικές ερμηνείες.
Είναι μια καλογυρισμένη, μεγάλη, ακριβή κι ενίοτε μεγαλεπήβολη παραγωγή, διαποτισμένη από ένα πνεύμα θρησκευτικό, και πιο συγκεκριμένα χριστιανικό και εθνικιστικό. Ο Γ.Σμαραγδής εμποτίζει τη βιογραφία του Καποδίστρια με την ιδεολογία του. Θα μπορούσε φυσικά να φτιάξει μια λιτή βιογραφία με περισσή ιστορική ακρίβεια, ενώ εδώ προσθέτει στο σενάριο δικά του στοιχεία, π.χ. φορτώνει την υποκίνηση της δολοφονίας στους Άγγλους χωρίς αυτό να τεκμαίρεται ιστορικά, αποδίδει βρώμικο ρόλο στον Μαυροκορδάτο στην υπόθεση της δολοφονίας του Καποδίστρια και αποδίδει στον κυβερνήτη έναν τραγικό, απελπισμένο έρωτα που ίσως δεν υπήρξε ως τέτοιος. Ο σκηνοθέτης κατασκευάζει μια φιλμική μυθοπλασία και υιοθετεί κάποιες μυθοπλαστικές τακτικές και τροπές ώστε η ταινία του να συγκινήσει και να συνεπάρει το κοινό της και να καταστεί εμπορική και λαϊκή. Ξέρουμε πως οι κινηματογραφικές ιστορικές και δη ιστορικές βιογραφίες δεν είναι ιδιαίτερα πιστές στα ιστορικά, πραγματικά δεδομένα. Ιδίως οι ψυχαγωγικές και οι αμερικάνικες. Π.χ. προσθέτουν μερικές φορές κάποιους έρωτες για να γλυκάνουν και να κάνουν συναισθηματική την υπόθεση, ρετουσάρουν και κολακεύουν τον κεντρικό ήρωα, κ.τ.λ. Οι ταινίες αυτές δεν κρίνονται ως σινεμά από την ακριβή πιστότητά τους στα πραγματικά δεδομένα.
Ο Γ.Σμαραγδής προσπαθεί να κάνει ένα λαϊκό σινεμά, για τον Καποδίστρια ορισμένοι διατείνονται πως κάνει τελικά ένα σινεμά ιδεολογικοπολιτικά λαϊκιστικό. Η συνέπεια της ιδεολογικής φόρτισης της μυθοπλασίας από τον σκηνοθέτη είναι να εκδηλωθούν έντονες διαφωνίες και συγκρούσεις για το φιλμ ανάμεσα σε όσους το είδαν (ή και όχι). Είναι αυτονόητο πως οι αριστεροί, προοδευτικοί και άθεοι δεν συμφωνούν με τα θρησκευτικά, μεταφυσικά κι εθνικιστικά ιδεολογικά στοιχεία της ταινίας. Ενώ αρέσουν στους πιο συντηρητικούς, πιο εθνικιστές κι αντισυστημικούς πατριώτες, που θεωρούν πως για τα δεινά της χώρας φταίνε σε μεγάλο βαθμό οι παρεμβατικοί, ξένοι παράγοντες και τα παγιωμένα, ιδιοτελή συμφέροντα των κρατούντων (στην ιστορία μας, των κοτζαμπάσηδων). Ο κάθε θεατής, εν δυνάμει κριτής και σχολιαστής, ιδιαίτερα στα social media ή σε διάφορα μέσα, ακόμη και ο κριτικός, αντιδρά ανάλογα με την ιδεολογία του και τις ιδέες του, ο ένας ενθουσιάζεται, ο άλλος θυμώνει, ο επόμενος θαυμάζει και συγκινείται και ο τέταρτος κριτικάρει δυσαρεστημένος. Προσωπικά, η υπογράμμιση της μεταφυσικής θρησκευτικότητας μου φάνηκε «φορεμένη» από πάνω και με πίεσε. Όπως και η αγιογράφηση του Καποδίστρια, στον οποίο δεν βρίσκουμε καμιά αντίφαση ή αμφιβολία, παρά μόνο βεβαιότητα για τον υψηλό σκοπό του, επειδή έχει το χρίσμα, το χάρισμα και τη θεία χάρη.
Όμως δεν μπορείς να παραβλέψεις πως ο σκηνοθέτης ελέγχει αποτελεσματικά τα κινηματογραφικά μέσα του και τους στόχους του, άσχετα αν συμφωνείς ή διαφωνείς με τους τελευταίους. Το μεγάλο, πλατύ κοινό ευχαριστήθηκε με την ταινία γιατί αυτή προβάλλει έναν ανιδιοτελή, αποφασιστικό, καθαρό, δυναμικό, χαρισματικό και τίμιο πολιτικό ηγέτη (έτσι τον πλάθει), τον οποίο το κοινό πιστεύει πως θα μπορούσε να εμπιστευτεί χωρίς αμφιβολίες… Κατ’ αυτό τον τρόπο το πλατύ κοινό μπορεί να προβάλλει τον εαυτό του σ’ αυτόν και να ταυτιστεί μαζί του, σε εποχές που θεωρεί ότι του λείπουν τέτοιας φτιαξιάς πολιτικοί ηγέτες. Το ότι ο Καποδίστριας έκανε τόσο ντόρο, άνοιξε τόσες συζητήσεις κι αντιδικίες και έφερε τόσο πολύ κόσμο στα ταμεία, εγγράφεται στα υπέρ του.
* Ο Γιώργος Αντωνίου είναι φιλόλογος.



