του Γιώργου Σταμπουλόπουλου
b_505X0_505X0_16777215_00_images_1617_anoixti-epistoli.jpg

1967. Ο Δημήτρης (Νικηφόρος Νανέρης), είναι τριάντα χρόνων. Χωρίς κατεύθυνση και χωρίς ιδανικά, φθείρεται σε μια μικρή βιοτεχνία, έτοιμος ν' ακολουθήσει το δρόμο που έχουν πάρει οι περισσότεροι· το δρόμο της αδιαφορίας, της σύμβασης και της υποταγής. Τυπικό "παιδί της Κατοχής", θυμάται-αυτό τον κρατάει ακόμα ζωντανό-θυμάται, βλέπει και σκέφτεται. Ένα διαρκές πηγαινέλα ανάμεσα στο Σήμερα και το Χθές. Η γνωριμία του με τη Θάλεια (Μπέττυ Αρβανίτη) και τον διαλυμένο κόσμο της, μπερδεύονται με την Κατοχή, τους Γερμανούς, την πείνα, τη μιζέρια, το συντηρητισμό, τις δυσκολίες για μόρφωση, και την ανακάλυψη του κόσμου χωρίς τη βοήθεια κανενός. Το κλείσιμο της μικροβιοτεχνίας που δούλευε τον φέρνει σε απόγνωση. Και ξαφνικά, η εμφάνιση της Μαρίας (Ελένη Θεοφίλου), τον αναγκάζει να δεί κατάματα το πρόβλημά του, σ' όλες του τις διαστάσεις. Η Μαρία είναι μια απλή δασκάλα που αντιμετωπίζει το πρόβλημα της αγραμματοσύνης στη χώρα μας οργανώνοντας νυχτερινά σχολεία για ανθρώπους περασμένης ηλικίας. Τόσο μπορεί τόσο κάνει-όπως λέει κι η ίδια-και για τον Δημήτρη γίνεται φωτεινό παράδειγμα. Επιτέλους καταλαβαίνει ότι ήρθε η ώρα να πάρει αποφάσεις και κάνει τη μικρή του "επανάσταση". Φεύγει από το σπίτι των γονιών του, αφήνοντας πίσω του τον παλιό, χρεοκοπημένο, κόσμο του, και τρέχει κοντά της.
Βραβείο FIPRESCI στο Φεστιβάλ του Λοκάρνο (1968).
Παίζουν: Νικηφόρος Νανέρης, Μπέτυ Αρβανίτη, Μπέτυ Βαλάση, Ελένη Θεοφίλου, Περικλής Χριστοφορίδης, Ζωή Βουδούρη,
Ο Γιώργος Σταμπουλόπουλος, σκηνοθέτης της ταινίας, περιγράφει στο filmiconjournal.com,  τις συνθήκές μέσα στις οποίες γυρίστηκε η ταινία: "(...) Όλα φαίνονταν να πηγαίνουν όπως τα είχα σχεδιάσει, ώσπου ξαφνικά, το πρωί της 21ης Απριλίου λίγο πριν πάμε για το γύρισμα, ακούμε εμβατήρια απ’ το ραδιόφωνο και μαθαίνουμε πως κηρύχθηκε δικτατορία. Νέος τότε, 31 ετών, με όνειρα που έβλεπα να χάνονται μέσα σε μια μέρα, ξανοιγμένος σε χρέη που δεν είχα να πληρώσω, με τη γυναίκα μου έγκυο στην κόρη μας, κι ένα περιβάλλον γύρω μου πνιγμένο στο φόβο, έπρεπε ν’ αποφασίσω τι θα κάνω. Τα γυρίσματα βρίσκονταν περίπου στα μισά, τα λεφτά τελείωναν, το μέλλον της ταινίας –όποτε κι αν τελείωνε– αβέβαιο, και το δίλημμα που έμπαινε πιεστικό: τα παρατάω όλα στη μέση, γκρεμίζοντας ό,τι είχε χτιστεί ως εκείνη τη στιγμή με τόση προσπάθεια κι αγωνία ή συνεχίζω όπως-όπως κι ό,τι θέλει ας γίνει; Προτίμησα το δεύτερο, κόντρα σε κάθε λογικό επιχείρημα που έλεγε ότι έπρεπε να σταματήσω. "
(δ.τ.)